Άρθρα

H δίαιτα yo-yo, επίσης γνωστή και ως Weight cycling, είναι ένας όρος που επινοήθηκε από την Kelly D. Brownell στο Πανεπιστήμιο Yale, σε σχέση με την κυκλική απώλεια και αύξηση βάρους, που μοιάζει με τη κίνηση ενός yo-yo.

Κατά τη διάρκεια αυτης της δίαιτας, η απώλεια βάρους είναι αρχικά επιτυχής αλλά στη συνέχεια δεν διατηρείται μακροπρόθεσμα με αποτέλεσμα ο άτομο να επανέρχεται στα αρχικά του κιλά ίσως και σε περισσότερα.

Ο επιπολασμός της παχυσαρκίας στις ΗΠΑ, όσο και παγκοσμίως έχει φτάσει σε αριθμούς επιδημίας, με περίπου το 70% του πληθυσμού να είναι υπέρβαρο, και μεταξύ αυτών το 40% να είναι παχύσαρκο.

Η πιο αποτελεσματική και συνηθισμένη αντιμετώπιση στην πρόληψη ή στον έλεγχο της παχυσαρκίας είναι η τροποποίηση των καθημερινών συνηθειών, όπως η μείωση της πρόσληψης θερμίδων και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας.

Η δυσκολία των ανθρώπων να συμμορφωθούν με αυτή τη σύσταση οδηγεί συχνά σε δια βίου κύκλους περιορισμού ενέργειας που σχετίζονται με επαναλαμβανόμενη απώλεια και επαναφορά του σωματικού βάρους και αλλαγές στον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Αυτοί οι περιοδικοί κύκλοι βάρους πάνω κάτω αναφέρονται ως δίαιτες yo-yo.

Τι λένε οι έρευνες γύρω από τις δίαιτες yo-yo;

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αμφιλεγόμενες αναφορές σχετικά με τις βλαβερές επιπτώσεις τέτοιων κύκλων διατροφής. Mερικές από αυτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κυκλική απώλεια βάρους συνδέεται με μια καθαρή αύξηση του σωματικού λίπους και του αυξημένου καρδιαγγειακού και μεταβολικού κινδύνου. Άλλες αναφορές δεν βρήκαν δυσμενή επιπτώσεις στο μεταβολισμό των ανθρώπων.

Η γενετική ετερογένεια διαδραματίζει έναν επιπλέον και βασικό ρόλο κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων της δίαιτας yo-yo στους ανθρώπους. Ενώ οι περισσότερες μελέτες έχουν επικεντρωθεί σε βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα μετά από λίγες εβδομάδες / μήνες, πολύ λίγα είναι γνωστά για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες σε αυτό το  μοντέλο δίαιτας κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής.

Δίατα yo-yo και παχυσαρκία

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2007 στο Circulation, διαπίστωσε ότι, μεταξύ περισσότερων από 2.500 ανδρών και γυναικών, εκείνοι που διατηρούσαν σταθερό βάρος είχαν καλύτερους δείκτες καρδιακής υγείας από εκείνους που αύξησαν το βάρος τους σε 15 χρόνια. Αυτό ισχύει ακόμη και για παχύσαρκα άτομα με σταθερό βάρος.

Συνολικά 19 μελέτες εξέτασαν τις επιδράσεις του κύκλου βάρους στους μεταβολικούς παράγοντες ως κινδύνου για παχυσαρκία. Σε περισσότερες από τις μισές μελέτες (58 τοις εκατό) βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ του κύκλου βάρους με το αυξημένο βάρος και το σωματικό και σπλαχνικό λίπος.

Από τις μελέτες που εξέτασαν τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, η πλειονότητα (76 τοις εκατό) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κυκλική απώλεια βάρους δεν αύξησε τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Ο διαβήτης τύπου 2 δεν σχετίζεται άμεσα με τη δίαιτα αλλά ως μετέπειτα αιτία της παχυσαρκίας.

Πώς καταφεύγει κάποιος σε δίαιτα yo-yo;

Αρχικά, το άτομο που ξεκινά τη δίαιτα μπορεί να αισθανθεί χαρά στη σκέψη της απώλειας βάρους και τα νιώσει υπερήφανο για την ικανότητά του να απέχει από διάφορα τρόφιμα υψηλής θερμιδικής αξίας.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, τέτοιες ακραίες δίαιτες προκαλούν επιπτώσεις όπως η κατάθλιψη ή η κόπωση που καθιστούν τη διατροφή αδύνατη να διατηρηθεί.

Τελικά, το άτομο επιστρέφει στις παλιές διατροφικές του συνήθειες, με πρόσθετο το μεγάλο συναισθηματικό φορτίο της αποτυχίας. Μια τέτοια συναισθηματική κατάσταση οδηγεί πολλούς ανθρώπους να τρώνε περισσότερο από ό, τι πριν.

Η δίαιτα Yo-yo οδηγεί μόνο σε βραχυπρόθεσμα οφέλη.

 Η δίαιτα Yo-yo είναι συχνά το αποτέλεσμα ενός μη βιώσιμου σχεδίου απώλειας βάρους. Το κλειδί για τη διαρκή αλλαγή βάρους είναι η προσέγγιση της δίαιτας ως μια σταδιακή διαδικασία. Οι στόχοι απώλειας βάρους θα πρέπει να είναι μακροπρόθεσμοι, όχι για τους επόμενους 3 μήνες.

Είναι στην ανθρώπινη φύση να επανέρχεται σε συνθήκες γνωστές για εκείνο. Αποτελεί εκτός βιολογίας μας να προσπαθήσουμε να χάσουμε σε 2 μήνες το βάρος που έχει αποκτήσει σε δύο χρόνια. Το σώμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις γρήγορες αλλαγές.

Η δίαιτα Yo-yo μπορεί να αυξήσει το ποσοστό σωματικού λίπους σε βάρος της μυϊκής μάζας και δύναμης. Επίσης μπορεί να οδηγήσει σε λιπώδες ήπαρ, υψηλή αρτηριακή πίεση, διαβήτη τύπου 2 και καρδιακές παθήσεις ως αντίκτυπο της πρόκλησης παχυσαρκίας.

Οι μικρές και μόνιμες αλλαγές στον τρόπο ζωής σίγουρα θα βελτιώσουν τη ζωή ακόμα και αν η απώλεια βάρους είναι αργή και σταθερή.

References

https://en.wikipedia.org/wiki/Yo-yo_effect

Mackie GM, et al. Does weight cycling promote obesity and metabolic risk factors? Obesity Research & Clinical Practice. 2017;11:131.

Mehta T, Smith DL Jr, Muhammad J, Casazza K. Impact of weight cycling on risk of morbidity and mortality. Obes Rev. 2014;15(11):870–881.

Smith DL Jr, Yang Y, Nagy TR, et al. Weight cycling increases longevity compared with sustained obesity in mice. Obesity (Silver Spring) 2018. doi:10.1002/oby.22290

Longo VD, Panda S. Fasting, Circadian Rhythms, and Time-Restricted Feeding in Healthy Lifespan. Cell Metab. 2016;23(6):1048–1059.

Sutton EF, Beyl R, Early KS, Cefalu WT, Ravussin E, Peterson CM. Early Time-Restricted Feeding Improves Insulin Sensitivity, Blood Pressure, and Oxidative Stress Even without Weight Loss in Men with Prediabetes. Cell Metab. 2018. June 5;27(6):1212–1221

Amigo, I.; Fernandez, C. (2007). “Effects of diets and their role in weight control”. Psychology, Health & Medicine. 12 (3): 312–327. doi:10.1080/13548500600621545. PMID 17510902.

 

 

 

Αποτελεί γεγονός ότι είναι ένα από τα παιχνίδια με τις καλύτερες πωλήσεις στον κόσμο, η Barbie και οι κατασκευαστές της εταιρίας Mattel αντιμετώπισαν τακτική κριτική για την προώθηση ενός σχήματος σώματος και ενός τρόπου ζωής που δεν είναι εφικτό για τα περισσότερα νεαρά κορίτσια.

Οι διαφορές μεταξύ ενός ρεαλιστικού μεγέθους σώματος, έναντι ενός σχήματος που επιτυγχάνει η γνωστή κούκλα κρύβουν κινδύνους για ένα μέλλον διαταραγμένης διατροφής.

Έρευνες διαπίστωσαν ότι τα κορίτσια ηλικίας μεταξύ έξι και οκτώ ετών που έπαιζαν με κούκλες Barbie για μόλις τρία λεπτά έγιναν λιγότερο ικανοποιημένα με το δικό τους μέγεθος σώματος.

Το 42% των κοριτσιών στην πρώτη έως την τρίτη τάξη επιθυμούν να είναι πιο αδύνατα. Και, τα μισά κορίτσια ηλικίας 9 ή 10 ετών ισχυρίζονται ότι αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους όταν κάνουν δίαιτα.

Στο γυμνάσιο, 1 στους 10 μαθητές έχει μια διατροφική διαταραχή ή ένα μη φυσιολογικό τρόπο κατανάλωσης πάρα πολύ ή πολύ λίγου φαγητού, με δυνητικά καταστροφικό αντίκτυπο στη σωματική και συναισθηματική υγεία τους. Το 90% των διατροφικών διαταραχών είναι γυναίκες ηλικίας 12 έως 25 ετών.

To φαινόμενο Barbie

Οι ανησυχίες που βιώνουν  οι περισσότεροι άνθρωποι με διατροφικές διαταραχές είναι προϊόν μιας κοινωνίας και μιας κουλτούρας των μέσων μαζικής ενημέρωσης και δικτύωσης που απονέμει μια ιδανική εικόνα για τις γυναίκες πάνω από οτιδήποτε άλλο, και υποτιμά κάθε γυναίκα που απομακρύνεται έξω από το ψεύτικο «πρότυπο» ενός ιδεατού και συνάμα ιδεαλιστικού σωματότυπου όπως της Μπάρμπι.

Ξεκινώντας με την πρώτη τους κούκλα παιχνιδιών, τα κορίτσια εκτίθενται σε εξαιρετικά μη ρεαλιστικές εικόνες γυναικείων σωμάτων και διδάσκονται να μοντελοποιούν αυτές τις εικόνες στη ζωή τους. Η πανταχού παρούσα κούκλα Barbie έχει ύψος 168εκ και ζυγίζει 50 κιλά – περίπου 15 κιλά κάτω από ένα υγιές βάρος για μια γυναίκα αυτού του ύψους.

Σύμφωνα με αυτές τις αναλογίες, μια γυναίκα δεν θα είχε καθόλου το απαραίτητο σωματικό λίπος για να έχει εμμηνόρροια και ο δείκτης μάζας σώματος πλησίαζει τη κατάσταση «λιποβαρή» με τιμή κοντά στο 18.

Ο αντίκτυπος αυτών των κουκλών στην αυτο-εικόνα και τις διατροφικές συνήθειες των κοριτσιών είναι πολύ πραγματικός και πολύ μετρήσιμος.

Σε σχετική έρευνα, όταν τα κορίτσια ηλικίας 6 έως 10 ετών είχαν ανατεθεί να παίξουν με μια πολύ λεπτή κούκλα ή μια κούκλα μέσου μεγέθους, τα παιδιά που είχαν παίξει με τη λεπτή κούκλα έτρωγαν σημαντικά λιγότερα τρόφιμα.

Αντιμετωπίζοντας τη Barbie

Η νευρική ανορεξία είναι από τις μεγαλύτερες θανατηφόρες κατάστασεις ψυχικής υγείας. Το 5% έως το 20% των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με ανορεξία τελικά θα πεθάνουν από τις καταστροφικές επιπτώσεις στο σώμα και το μυαλό: καρδιακές επιπλοκές, ανεπάρκεια οργάνων, ακόμη και αυτοκτονία.

Ενώ η υποτροπή είναι συχνή και η πλήρης ανάρρωση μπορεί να διαρκέσει χρόνια, είναι δυνατόν να ξεπεραστεί η ανορεξία. Με τη σωστή θεραπεία, τα άτομα που πάσχουν από διατροφικές διαταραχές μπορούν να επιτύχουν ένα υγιές βάρος και να μάθουν εκ νέου καλές διατροφικές συνήθειες.

Η συνειδητοποίηση των επιρροών που έχουν οι παραμορφωμένες, μη ρεαλιστικές εικόνες από τα μέσα επικοινωνίας και δικτύωσης όπως και το μάρκετινγκ στην αυτοεκτίμηση, μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη των διατροφικών διαταραχών πριν ακόμη ξεκινήσουν.

References

Barbie’s new look: Exploring cognitive body representation among female children and adolescents. Nesbitt A, Sabiston CM, deJonge M, Solomon-Krakus S, Welsh TN.PLoS One. 2019 Jun 25;14(6):e0218315. doi: 10.1371/journal.pone.0218315.

Emaciated mannequins: a study of mannequin body size in high street fashion stores. Robinson E, Aveyard P.J Eat Disord. 2017 May 2;5:13. doi: 10.1186/s40337-017-0142-6. eCollection 2017.

The Effects of Playing with Thin Dolls on Body Image and Food Intake in Young Girls. Anschutz DJ, Engels RC.Sex Roles. 2010 Nov;63(9-10):621-630. doi: 10.1007/s11199-010-9871-6. Epub 2010 Aug 22.

Barbie at 50: maligned but benign? Worobey J.Eat Weight Disord. 2009 Dec;14(4):e219-24. doi: 10.1007/BF03325120.

    Τα trans-λιπαρά είναι ακόρεστα λιπαρά οξέα ευθείας αλύσου στα οποία υπάρχει ένας τουλάχιστον διπλός δεσμός σε μορφή trans. Απαντώνται ως «φυσικά» σε μικρές ποσότητες στο λίπος του γάλακτος και του κρέατος, και σε βιομηχανοποιημένα τρόφιμα δηλαδή σε έλαια κυρίως σπορέλαια που έχουν υδρογονωθεί μερικώς για βιομηχανικούς σκοπούς.

    Πόσο επικίνδυνα είναι τα trans-λιπαρά; 

    Είναι γεγονός ότι η πρόσληψη μειώθηκε τα τελευταία χρόνια καθώς η ενημέρωση έχει αυξηθεί και οι υγειονομικές αρχές έχουν περιορίσει τη χρήση τους. Ειδικά το 2018, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) απαγόρευσε τη χρήση μερικώς υδρογονωμένου ελαίου στα περισσότερα επεξεργασμένα τρόφιμα. Όμως τα trans-λιπαρά εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα δημόσιας υγείας καθώς περιέχονται σε πληθώρα τροφίμων που κυκλοφορούν ελεύθερα στο εμπόριο.

    Αρκετές μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια μέτρια πρόσληψη trans- λιπαρών δεν φαίνεται να είναι επιβλαβής. Τα τεχνητά trans-λιπαρά όμως σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων. Σε μια σειρά κλινικών μελετών, οι άνθρωποι που καταναλώνουν trans-λιπαρά αντί για άλλα λίπαρά ή υδατάνθρακες παρουσίασαν σημαντική αύξηση της LDL (κακής) χοληστερόλης χωρίς αντίστοιχη αύξηση της HDL (καλής) χοληστερόλης. 

    Παρομοίως, η αντικατάσταση των trans-λιπαρών με αντίστοιχα καλά λιπαρά αυξάνει σημαντικά την αναλογία ολικής χοληστερόλης προς όφελος της HDL (καλή) και επηρεάζει αρνητικά τις λιποπρωτεΐνες, οι οποίες είναι σημαντικοί παράγοντες κινδύνου για καρδιακές παθήσεις.

    Διαβήτης τύπου 2 και trans-λιπαρά

    Η σχέση επίσης μεταξύ των trans-λιπαρών και του κινδύνου διαβήτη δεν είναι απολύτως σαφής. Σε μια μεγάλη μελέτη που συμμετείχαν περισσότερες από 80.000 γυναίκες παρατηρήθηκε 40% υψηλότερος κίνδυνος για διαβήτη τύπου 2 σε εκείνες που κατανάλωναν trans-λιπαρά σε σχέση με αυτές που δεν κατανάλωναν καθόλου. Ωστόσο, σε δύο άλλες παρόμοιες μελέτες δεν διαπίστώθηκε καμία σχέση μεταξύ της πρόσληψης trans-λιπαρών και του διαβήτη. Αρκετές ελεγχόμενες μελέτες που εξετάζουν τα trans-λιπαρά και τους παράγοντες κινδύνου του διαβήτη, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, παρουσιάζουν ασυνεπή αποτελέσματα. 

    Φλεγμονή, αθηροσκλήρωση, καρκίνος και trans-λιπαρά 

    Η χρόνια φλεγμονή θεωρείται πρωτογενής αιτία πολλών χρόνιων ασθενειών, όπως καρδιακές παθήσεις, μεταβολικό σύνδρομο,  καρκίνος, διαβήτης και αρθρίτιδα. Δύο μελέτες δείχνουν ότι τα trans-λιπαρά αυξάνουν τους φλεγμονώδεις δείκτες όταν αντικαθιστούν από άλλα θρεπτικά συστατικά στη διατροφή. Σε μελέτες παρατήρησης, τα trans-λιπαρά συνδέονται με αυξημένους φλεγμονώδεις δείκτες, ειδικά σε άτομα με αυξημένο σωματικό λίπος . Τα trans-λιπαρά επίσης θεωρούνται ότι βλάπτουν το εσωτερικό των αιμοφόρων αγγείων και μπορεί να οδηγήσουν και σε φραγή, γνωστό ως αθηροσκλήρωση.

    Σε μια μελέτη 4 εβδομάδων στην οποία τα trans-λιπαρά αντικατέστησαν κορεσμένα λίπη, η HDL (καλή) χοληστερόλη μειώθηκε κατά 21% και η αρτηριακή διαστολή μειώθηκε κατά 29% .  Ωστόσο, ελάχιστες μελέτες έχουν εξετάσει την επίδραση των trans-λιπαρών οξέων στον καρκίνο. Σύμφωνα με μια μεγάλη έρευνα, η πρόσληψη trans-λιπαρών προ της εμμηνόπαυσης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση. Όμως χρειάζεται περισσότερη έρευνα στο να εξακριβωθεί πλήρως η σχέση trans-λιπαρών με καρκίνο.

    Αν και η ποσότητα των trans-λιπαρών στη σύγχρονη διατροφή έχει μειωθεί, η μέση πρόσληψη εξακολουθεί να αποτελεί ανησυχία σε πολλές χώρες. Μία σωστή παρατήρηση των ετικετών στις συσκευασίες των τροφίμων, η αποφυγή συσκευασμένων, βιομηχανοποιημένων και προ-τηγανισμένων προϊόντων καθώς και ο περιορισμός στη χρήση κακής ποιότητας και μικρής ανθεκτικότητας σπορέλαιων μπορούν να αποτελέσουν σπουδαίο προληπτικό μέτρο και ένδειξη σωστής διατροφής και υγείας . 

    References
    1. Katan MB, Zock PL, Mensink RP. Trans fatty acids and their effects on lipoproteins in humans. Annual Review of Nutrition. 1995 Jul;15(1):473-93.
    2. Mozaffarian D, Pischon T, Hankinson SE, Rifai N, Joshipura K, Willett WC, Rimm EB. Dietary intake of trans fatty acids and systemic inflammation in women. The American Journal of Clinical Nutrition. 2004 Apr 1;79(4):606-12.
    3. Thomas LH, Jones PR, Winter JA, Smith H. Hydrogenated oils and fats: the presence of chemically-modified fatty acids in human adipose tissue. The American Journal of Clinical Nutrition. 1981 May 1;34(5):877-86.
    4. Mensink RP, Katan MB. Effect of dietary trans fatty acids on high-density and low-density lipoprotein cholesterol levels in healthy subjects. New England Journal of Medicine. 1990 Aug 16;323(7):439-45.
    5. Willett WC, Stampfer MJ, Manson JE, Colditz GA, Speizer FE, Rosner BA, Hennekens CH, Sampson LA. Intake of trans fatty acids and risk of coronary heart disease among women. The Lancet. 1993 Mar 6;341(8845):581-5.
    6. https://en.wikipedia.org/wiki/Fat