Eίναι σε όλους γνωστό πώς η υγιεινή διατροφή μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές βελτιώσεις στην υγεία και την ευημερία.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ορισμένοι άνθρωποι εστιάζουν τόσο πολύ στην υγιεινή διατροφή που αυτό μπορεί να μετατραπεί σε έντονη προσκόληση, γνωστή ως ορθορεξία. Η ορθορεξία ή η νευρική ορθορεξία είναι μια διατροφική διαταραχή που συνεπάγεται μια εμμονή με θέματα που αφορούν την υγιεινή διατροφή ακόμη και την εντατική άσκηση.

Σε αντίθεση με άλλες διατροφικές διαταραχές, η ορθορεξία επικεντρώνεται κυρίως στην ποιότητα των τροφίμων και όχι στην ποσότητα. Τα άτομα με ορθορεξία γενικά δεν επικεντρώνονται στην απώλεια βάρους. Η ορθορεξία αρχίζει να αναγνωρίζεται από την ιατρική κοινότητα, αν και δεν έχει οριστεί επισήμως ως διατροφική διαταραχή από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία ή το Διαγνωστικό και Στατιστικό οργανισμό Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5). Ο όρος δημιουργήθηκε για πρώτη φορά το 1997 από τον αμερικανικό γιατρό Steven Bratman και προέρχεται από το “ορθό”, το οποίο είναι ελληνικό για το “σωστό”.

Τι προκαλεί την ορθορεξία;

Κάποιος μπορεί να αρχίσει να κάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής, αλλάζοντας τη διατροφή του με σκοπό να βελτιώσει απλά την υγεία του. Κάποιοι όμως οδηγούνται σε ορθορεξία, δηλαδή στην ακραία εστίασή τους σε ότι πιο υγιεινό.

Οι έρευνες σχετικά με τα αίτια της ορθορεξίας δεν είναι ακόμη αρκετές , αλλά οι ιδεοψυχαναγκαστικές τάσεις τάσεις προς την τελειομανία, το υψηλό άγχος ή η αυξημένη ανάγκη για έλεγχο μπορούν να προδιαθέσουν κάποιον προς την εμμονή του για την υγεία. 

Συχνά παρατηρείται μεγάλη τάση ορθορεξίας σε ορίσμενα επαγγέλματα, όπως οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, οι τραγουδιστές, οι χορευτές οι μουσικοί, οι αθλητές και όσοι εργάζονται στο χώρο της μόδας . 

Ο κίνδυνος μπορεί επίσης να εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, αλλά απαιτούνται περισσότερες έρευνες πριν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα.

Πώς διακρίνεται η ορθορεξία από την υγιεινή διατροφή;

Αρχικά σε πρώτο στάδιο το άτομο αναπτύσσει μια εμμονή που επικεντρώνεται στην υγιεινή διατροφή και συνεπάγεται υπερβολική συναισθηματική δυσφορία που σχετίζεται με επιλογές τροφίμων. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τα εξής: 

  • Καταναγκαστικές συμπεριφορές ή ψυχικές ανησυχίες με διαιτητικές επιλογές που πιστεύεται ότι προάγουν τη βέλτιστη υγεία.
  • Η μη τήρηση των αυτοεπιβαλλόμενων διαιτητικών κανόνων μπορεί να προκαλέσει άγχος, ντροπή, αρρωστοφοβία ή αρνητικά συναισθήματα όπως θυμού ακόμα και κατάθλιψης.
  • Οι περιορισμοί στη διατροφή μπορούν να κλιμακωθούν με την πάροδο του χρόνου και περιλαμβάνουν την εξάλειψη ολόκληρων ομάδων τροφίμων και την προσθήκη καθαρτικών ουσιών, ισχυρά αποτοξινωτικών ουσιών ακόμα και περιόδους έντονης νηστείας.

Σε δεύτερη φάση αυτή η ψυχαναγκαστική συμπεριφορά εμποδίζει το άτομο και  στην καθημερινή του ζωή. Έτσι:

  • Διατρέχει κίνδυνο υποσιτισμού, σοβαρής απώλειας βάρους ή άλλες ιατρικές επιπλοκές.
  • Διακατάχεται από έντονη προσωπική δυσφορία ή δύσκολη κοινωνική ή πνευματική λειτουργία λόγω των λανθασμένων πεποιθήσεων ή συμπεριφορών σχετικών με την υγιεινή διατροφή.
  • Εμφανίζει συναισθηματική εξάρτηση. Αυτό συμβαίνει όταν η εικόνα του σώματος, η αυτοπεποίθηση, η ταυτότητα ή η ικανοποίηση εξαρτάται υπερβολικά από την τήρηση των αυτοεπιβαλλόμενων διαιτητικών κανόνων.

Αν και οι μελέτες σχετικά με την ορθορεξία είναι περιορισμένες, η κατάσταση είναι πιθανό να οδηγήσει σε πολλά προβήματα υγείας μεταξύ άλλων καταστάσεις όπως αναιμία, έλλειψη θρεπτικών συστατικών, χαμηλή άμυνα,  σοβαρές παθήσεις που σχετίζονται και με άλλες διατροφικές διαταραχές, προβλήματα πέψης , ορμονικές ανισορροπίες, καρδιαγγειακά προβλήματα, προβλήματα μνήμης.

Σημαντικές θεωρούνται και οι αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς τα αυστηρά πρότυπα διατροφής, οι ενοχλητικές σκέψεις που σχετίζονται με την τροφή και τα συναισθήματα της ηθικής που διακατέχουν το άτομο μπορεί να το οδηγήσουν σε έντονη κοινωνική απομόνωση.

Υπάρχει θεραπεία; 

Οι συνέπειες της ορθορεξίας μπορεί να είναι εξίσου σοβαρές με αυτές των άλλων διατροφικών διαταραχών. Το πρώτο βήμα για τη θεραπεία της ορθορεξίας είναι η αναγνώριση της παρουσίας της. Αυτό μπορεί να γίνεται με δύσκολία, καθώς τα άτομα που έχουν αυτή τη διαταραχή συχνά αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε από τις αρνητικές της επιπτώσεις στην υγεία, την ευημερία ή την κοινωνική λειτουργία.

Μόλις αναγνωριστεί το πρόβλημα, θα πρέπει να ζητηθεί βοήθεια από μια πολυεπιστημονική ομάδα επαγγελματιών υγείας, όπως ένας γιατρός, ψυχολόγος και διατροφολόγος. Πολύ σημαντική θεωρείται η εκπαίδευση ενός ατόμου με ορθορεξία σχετικά με τις επιστημονικά έγκυρες πληροφορίες για τη διατροφή και με την ακόλουθη αλλαγή των λανθασμένων πεποιθήσεων.  Οι τακτικές συνεδρίες με τους θεραπευτές θα επιτρέψουν την επανεξέταση και την αλλαγή του τρόπου σκέψης και ζωής . 

References 

  1. Bratman S. Orthorexia. Available at: www.orthorexia.com/what-is-orthorexia/ Accessed August 1, 2019.
  2. Bratman S, Knight D. Health Food Junkies: Orthorexia Nervosa- Overcoming the Obsession With Healthful Eating. New York, NY: Broadway; 2000. 
  3. Vandereycken W. Media hype, diagnostic fad, or genuine disorder? Professionals’ opinions about night eating syndrome, orthorexia, muscle dysmorphia, and emetophobia. Eat Disord. 2011;19(2):145-155. 
  4. Aksoydan E, Camci N. Prevalence of orthorexia nervosa among Turkish performance artists. Eat Weight Disord. 2009;14(1):33-37. 
  5. Donini LM, Marsili D, Graziani MP, et al. Orthorexia nervosa: a preliminary study with a proposal for diagnosis and an attempt to measure the dimension of the phenomenon. Eat Weight Disord. 2004;9(2):151-157. 
  6.  Moroze RM, Dunn TM, Craig Holland J, et al. Microthinking about micronutrients: a case of transition from obsessions about healthy eating to near-fatal “orthorexia nervosa” and proposed diagnostic criteria. Psychosomatics. 2014 Mar 19; Epub. 
  7.  Park SW, Kim JY, Go GJ, et al. Orthorexia nervosa with hyponatremia, subcutaneous emphysema, pneumomediastimum, pneumothorax, and pancytopenia. Electrolyte Blood Press. 2011;9(1):32-37. [PMC free article] 
  8. Mathieu J. What is orthorexia? J Am Diet Assoc. 2005;105(10):1510-1512. [PubMed] [Google Scholar]9. Altman SE, Shankman SA. What is the association between obsessive-compulsive disorder and eating disorders? Clin Psychol Rev. 2009;29(7):638-646. 

Η λέξη διατροφή έχει πάρει σήμερα τεράστιες διαστάσεις έτσι ώστε πολλοί άνθρωποι να μπερδεύονται ως προς το πραγματικό νόημά της. Η διατροφή πρέπει να συσχετίζεται με τη συνολική πρόσληψη τροφής και θρέψης ενός ατόμου και δεν πρέπει να επικεντρώνεται μόνο στον περιορισμό ή στην “δίαιτα”.

Η δίαιτα διαφέρει από τη διατροφή. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν σκέφτονται τη λέξη δίαιτα, εννοούν τον περιορισμό στη λήψη τροφής. Οι  επιστήμονες υγείας συμφωνούν στο ότι η κατανάλωση υγιεινής διατροφής που δίνει έμφαση στην καλή ποιοτικά διατροφή είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι για την υγεία τους. Ωστόσο, η δίαιτα δίνει έμφαση στον περιορισμό των θερμίδων, με κυριότερο στόχο την απώλεια βάρους και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ενώ η δίαιτα θα μπορούσε θεωρητικά να προτίνεται με γνώμονα μια ισορροπημένη προσέγγιση στα τρόφιμα και τα θρεπτικά συστατικά, με ταυτόχρονο περιορισμό των θερμίδων, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι οι δίαιτες να αγνοούν τα βασικά στοιχεία της καλής διατροφής και εστιάζουν μόνο στην μείωση των προσλαμβανόμενων θερμίδων άρα και στην γρήγορη απώλεια βάρους.

Αυτό τις περισσότερες φορές επηρεάζει τις διατροφικές συνήθειες, καθώς κυκλοφορούν πολλές δίαιτες που αποβλέπουν στην πλήρη απομάκρυνση ολόκληρων ομάδων τροφίμων (για παράδειγμα πρωτεϊνών, υδατανθράκων ή λιπών) ή δίαιτες που γίνονται ακόμα πιο περιοριστικές και επιτρέπουν μόνο ένα ή λίγα διαφορετικά είδη τροφών.  

Ποια όμως είναι τα προβλήματα  που πιθανόν σχετίζονται με αυτές τις δίαιτες;

  • Ενώ οι άνθρωποι μπορεί να χάσουν βάρος , ειδικά στην αρχή, η απώλεια βάρους είναι συχνά μη βιώσιμη επειδή η ίδια η διατροφή είναι μη βιώσιμη. Στην πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι όχι μόνο παίρνουν το βάρος πίσω μόλις διακόψουν, αλλά συχνά κερδίζουν πίσω περισσότερο από ό, τι έχασαν.
  • Η γρήγορη απώλεια βάρους θα μπορούσε να παρουσιάσει μεγάλους κινδύνους για την υγεία, όπως να οδηγήσει σε υποσιτισμό, αφυδάτωση, κούραση, πονοκεφάλους, ευερέθιστο έντερο, ζάλη, δυσκοιλιότητα, χολόλιθους και προβλήματα χοληδόχου κύστης, μυϊκή απώλεια, απώλεια μαλλιών, ανισορροπία των ηλεκτρολυτών, ανεπιθύμητη εμμηνόρροια.
  • Ο υποσιτισμός, ιδιαίτερα ο χρόνιος υποσιτισμός, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, μακροχρόνιες βλάβες στον οργανισμό και σε ακραίες περιπτώσεις να είναι ακόμη και απειλητικός για τη ζωή.
  • Οι διατροφικές συνήθειες προκαλούν επίσης χαμηλή κατανάλωση ενέργειας και μπορεί να κάνουν τον οργανισμό πιο επιρρεπή σε μολυσματικές ασθένειες ή να προκαλέσουν επιδείνωση χρόνιων παθήσεων υγείας λόγω του stress που εκτείθεται ο οργανισμός. 

Μια ισορροπημένη διατροφή από την άλλη πλευρά, δίνει έμφαση σε μια διατροφή που παρέχει μια πλήρη πηγή για όλες τις βιταμίνες, τα μέταλλα, τα θρεπτικά συστατικά και τις θερμίδες που χρειάζεται το σώμα για να έχει υγιή λειτουργία. Στις υγιεινές διατροφικές επιλογές συμπεριλαμβάνονται γενικά μια αφθονία φρούτων και λαχανικών, καλά λιπαρά, πρωτεΐνες, σύνθετοι και μη επεξεργασμένοι υδατάνθρακες και σπόροι.

Η ισορροπημένη διατροφή δεν περιέχει κατά κανόνα «μαύρη λίστα» τροφών, αλλά επικεντρώνεται στην ποιότητα και την ποσότητα των τροφών περιορίζοντας στο ελάχιστο την κατανάλωση κενών θερμίδων ή επεξεργασμένων τροφίμων.

Η ισορροπημένη διατροφή τέλος, ενθαρρύνει την ασφαλή, σταδιακή, βιώσιμη απώλεια βάρους. Είναι επίσης ζωτικής σημασίας για τη διαχείριση διαφόρων προβλημάτων υγείας, τη διατήρηση ενός ισχυρού ανοσοποιητικού συστήματος, την ενδυνάμωη και την ευεξία.

References 

  1. American Dietetic Association. 2008. Position of the American Dietetic Association: health implications of dietary fiber. Journal of the American Dietetic Association 108: 1716-31. 
  1. Birkbeck JB. 1983. New Zealanders and their diet: A report to the National Heart Foundation of New Zealand on the National Diet Survey, 1977. Dunedin: University of Otago. Blanton CA, Moshfegh AJ, Baer DJ, et al. 2006. 
  1. The USDA automated multiple-pass method accurately estimates group energy and nutrient intake. Journal of Nutrition 136: 2594-99. Carriquiry AL. 2003. Estimation of usual intake distributions of nutrients and foods. Journal of Nutrition 133: 601S-608S. 
  1. Cho S, Dietrich M, Brown CJ, et al. 2003. The effect of breakfast type on total daily energy intake and body mass index: results from the Third National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES 111). Journal of the American College of Nutrition 22: 296-302. 
  1. Cole TJ, Bellizzi MC, Flegal KM, et al. 2000. Establishing a standard definition for child overweight and obesity worldwide: international survey. British Medical Journal 320: 1240

Το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει τον οργανισμό από ασθένειες που προκαλούνται από βακτήρια, ιούς και τοξίνες και βοηθά στην απομάκρυνση ξένων σωμάτων και κακοήθων κυττάρων από το σύστημά του οργανισμού. Επιπρόσθετα, το ανοσοποιητικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τον περιορισμό των ανοσολογικών αποκρίσεων έναντι εξωτερικών ακίνδυνων ουσιών, όπως είναι τα τρόφιμα,  διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες ή κατά των κυττάρων του ίδιου του οργανισμού. Οποιαδήποτε διαταραχή σε αυτό μπορεί να είναι η αιτία της πρόκλησης αλλεργίας ή αυτοάνοσων διαταραχών. 

Το ανοσοποιητικό σύστημα δεν αναπτύσσεται πλήρως κατά τη γέννηση, αλλά ωριμάζει τα πρώτα χρόνια ζωής. Επομένως, η πρώιμη ζωή αποτελεί τη βάση για την σωστή εκμάθηση και σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος ενός ατόμου.

Είναι πλέον αποδεδειγμένο επιστημονικά ότι η ανοσία αρχίζει από το έντερο. Το 70-80% των ανοσοποιητικών μας κυττάρων ζουν στο γαστρεντερικό σωλήνα μαζί με τα 100 τρισεκατομμύρια βακτήρια που συνθέτουν το εντερικό μικροβίωμα. Το έντερο αποτελεί μια σημαντική είσοδο για τους παθογόνους παράγοντες, διαφόρων τοξινών και αλλεργιογόνων.

Ένας από τους σημαντικότερους ρόλους του ανοσοποιητικού συστήματος στο γαστρεντερικό σωλήνα είναι να μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ των αβλαβών αντιγόνων, όπως τα τρόφιμα και όσων μπορεί να είναι επικίνδυνα για την υγεία. Η ανάπτυξη ενός υγιούς ανοσοποιητικού συστήματος εξαρτάται ως εκ τούτου από την καθιέρωση ενός υγιούς εντερικού μικροβιώματος τόσο στην πρώιμη ζωή όσο και στην μετέπειτα ζωή και συνδέεται άμεσα με τη διατροφή.

Η λήψη της σωστής διατροφής κατά τη διάρκεια της πρώιμης ζωής μπορεί να επηρεάσει θετικά την ανάπτυξη ενός ισορροπημένου ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτό οδηγεί σε άμεσα οφέλη όσον αφορά την υποστήριξη της υγιούς ανάπτυξης αλλά και σε μακροπρόθεσμα όσον αφορά την πρόληψη και τη διαχείριση ασθενειών. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες δείχνουν ότι οι αλλεργίες μπορούν να αποφευχθούν κάνοντας τις σωστές διατροφικές επιλογές κατά τις πρώτες 1000 ημέρες της ζωής ενός ατόμου.

Το μητρικό γάλα είναι η καλύτερη πηγή διατροφής για τα βρέφη κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών ζωής, γιατί περιέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά που είναι απαραίτητα για την υγιή ανάπτυξη. Το μητρικό γάλα περιέχει επίσης πολυάριθμους ανοσολογικούς παράγοντες (π.χ. ανοσοκύτταρα, μητρικά αντισώματα, πρεβιοτικά, νουκλεοτίδια, λιπαρά οξέα και υδατάνθρακες) που συνεργάζονται για τη βελτιστοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και την προστασία του βρέφους από λοιμώξεις και συμβάλλουν στην πρόληψη αλλεργιών. Αυτοί οι ανοσολογικοί παράγοντες συμβάλλουν επίσης και στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης μεταδοτικών ασθενειών σε μεταγενέστερη ζωή, σε μειωμένο κίνδυνο των φλεγμονώδων νόσων του εντέρου, τη παχυσαρκία και το διαβήτη τύπου ΙΙ.

Ο υποσιτισμός λόγω ανεπαρκούς πρόσληψης ενέργειας, μακρο και μκρο θρεπτικών συστατικών, βλάπτει το ανοσοποιητικό σύστημα, καταστέλλοντας τις λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος που είναι θεμελιώδεις για την προστασία του οργανισμού. Χωρίς επαρκή διατροφή, το ανοσοποιητικό σύστημα στερείται σαφώς των συστατικών που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής άμυνας.

Ευρήματα σε ασθενείς με απλή ανεπάρκεια θρεπτικών ουσιών, επιβεβαίωσαν τον κρίσιμο ρόλο πολλών βιταμινών, ανόργανων συστατικών και ιχνοστοιχείων στη λειτουργία της άμυνας. Η απουσία δε θρεπτικών ουσιών μπορεί να διαταράξει την ανοσοποιητική λειτουργία και να ενισχύσει την εκδήλωση μολυσματικών ασθενειών. Ωστόσο, οι υπερβολικές ποσότητες ορισμένων θρεπτικών ουσιών επηρεάζουν την ανοσολογική λειτουργία αλλά και η υπερφόρτωση σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε πιθανές βλαβερές επιδράσεις, όπως δείχνουν ορισμένες κλινικές δοκιμές.

Τα ηλικιωμένα άτομα τείνουν να έχουν υψηλό επιπολασμό ανεπάρκειας θρεπτικών ουσιών. Αν και πολύ συχνά οι ασθένειες λόγω των ανεπαρκειών είναι μόνο υποκλινικές, οι επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα και στη γνωστική λειτουργία είναι αξιοσημείωτες. 

Επίσης πολλά αποδεικτικά στοιχεία υποστηρίζουν τη αρνητική σύνδεση μεταξύ του μεταβολισμού του λιπώδους ιστού και της παχυσαρκίας με τη πρόσληψη θρεπιτκών συστατικών. Αυτό περιλαμβάνει διαταραχές στην παραγωγή συσχετιζόμενων ουσιών όπως αυτό της λεπτίνης και του παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα (TNF-α) στον λιπώδη ιστό.

Η επίδραση επίσης της άσκησης στην ανοσολογική απάντηση είναι πολύπλευρη, ανάλογα με τον τύπο της άσκησης και την έντασή της. Γενικά, είναι αποδεκτό ότι ενώ η μέτρια άσκηση ενισχύει τις ανοσολογικές λειτουργίες, η άσκηση υψηλής έντασης και η βαριά προπόνηση μπορούν να φέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ αυτών που εντατικά και σκληρά προπονούνται και των ασθενών με διατροφικές διαταραχές οι οποίες θα μπορούν να συσχετιστούν με κάποιους κοινούς παράγοντες, όπως οι περιοριστικές διατροφικές τους συνήθειες, η συνεχής δραστηριότητα, οι μεταβολές των ορμονών και το αγχωτικό περιβάλλον.

Τέλος, υπάρχουν πολλές παθολογικές καταστάσεις με σαφή συμμετοχή των ανοσοποιητικών μηχανισμών που μπορούν να διαμορφωθούν ή να ρυθμιστούν από τα θρεπτικά συστατικά. Αυτές περιλαμβάνουν τον καρκίνο, τη φλεγμονή, την αθηροσκλήρωση, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, το βρογχικό άσθμα, το διαβλητη τύπου ΙΙ, καρδιαγγειακά και αυτοάνοσα νοσήματα ακόμη και την κατάθλιψη αλλά απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για την αποσαφήνιση των μηχανισμών δράσης σε σχέση με τη διατροφική παρέμβαση.

Η ανακάλυψη λειτουργικών τροφών όπως και η χρήση σωστών συνδιασμών τροφών φαίνεται ενδιαφέρουσα στη ζωή ενός δυτικού πολιτισμού που αντιμετωπίζει μια προοδευτική αύξηση των αυτοάνοσων και εντερικών προβλημάτων.

References

  1. Calder PC & Kew S (2002). The immune system: a target for functional foods?. Br. J. Nutr. 88, S165-S177.
  2. Chandra RK & Kumari S (1994): Effects of nutrition on the immune system. Nutrition 10, 207-210.
  3. De Pablo MA & Alvarez de Cienfuegos G (2000): Modulatory effects of dietary lipids on immune system functions. Immunol. Cell. Biol. 78, 31-39.
  4. Grimble RF (1997): Effect of antioxidative vitamins on immune function with clinical applications. Int. J. Vit. Nutr. Res. 67, 312-320.
  5. Kimura M, Tanaka S, Isoda F, Sekigawa K, Yamakawa T & Sekihara H (1998): T lymphopenia in obese diabetic (db/db) mice is non-selective and thymus independent. Life Sci. 62, 1243-1250.
  6. Lamas O, Marti A & Martinez JA (2002): Obesity and immunocompetence. Eur. J. Clin. Nutr. 56, S42-S45.
  7. ArtLesourd B & Mazari L (1999): Nutrition and immunity in the elderly. Proc. Nutr. Soc. 58, 685-695.
  8. Lopez-Varela S, Montero A, Chandra RK & Marcos A (2000): Nutritional status of young female elite gymnasts. Int. J. Vitamin Nutr. Res. 70, 185-190.

Τα trans-λιπαρά είναι ακόρεστα λίπαρά οξέα ευθείας αλύσου στα οποία υπάρχει ένας τουλάχιστον διπλός δεσμός σε μορφή trans. Απαντώνται ως «φυσικά» σε μικρές ποσότητες στο λίπος του γάλακτος και του κρέατος, και σε βιομηχανοποιημένα τρόφιμα δηλαδή σε έλαια κυρίως σπορέλαια που έχουν υδρογονωθεί μερικώς για βιομηχανικούς σκοπούς.

Πόσο επικίνδυνα είναι; 

Είναι γεγονός ότι η πρόσληψη μειώθηκε τα τελευταία χρόνια καθώς η ενημέρωση έχει αυξηθεί και οι υγειονομικές αρχές έχουν περιορίσει τη χρήση τους. Ειδικά το 2018, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) απαγόρευσε τη χρήση μερικώς υδρογονωμένου ελαίου στα περισσότερα επεξεργασμένα τρόφιμα. Όμως τα trans-λιπαρά εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα δημόσιας υγείας καθώς περιέχονται σε πληθώρα τροφίμων που κυκλοφορούν ελεύθερα στο εμπόριο.

Αρκετές μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια μέτρια πρόσληψη trans- λιπαρών δεν φαίνεται να είναι επιβλαβής. Τα τεχνητά trans-λιπαρά όμως σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων. Σε μια σειρά κλινικών μελετών, οι άνθρωποι που καταναλώνουν trans-λιπαρά αντί για άλλα λίπαρά ή υδατάνθρακες παρουσίασαν σημαντική αύξηση της LDL (κακής) χοληστερόλης χωρίς αντίστοιχη αύξηση της HDL (καλής) χοληστερόλης. 

Παρομοίως, η αντικατάσταση των trans-λιπαρών με αντίστοιχα καλά λιπαρά αυξάνει σημαντικά την αναλογία ολικής χοληστερόλης προς ώφελος της HDL (καλή) και επηρεάζει αρνητικά τις λιποπρωτεΐνες, οι οποίες είναι σημαντικοί παράγοντες κινδύνου για καρδιακές παθήσεις.

Διαβήτης τύπου 2 και trans- λιπαρά

Η σχέση επίσης μεταξύ των trans-λιπαρών και του κινδύνου διαβήτη δεν είναι απολύτως σαφής. Σε μια μεγάλη μελέτη που συμμετείχαν περισσότερες από 80.000 γυναίκες παρατηρήθηκε 40% υψηλότερος κίνδυνος για διαβήτη τύπου 2 σε εκείνες που κατανάλωναν trans-λιπαρά σε σχέση με αυτές που δεν κατανάλωναν καθόλου. Ωστόσο, σε δύο άλλες παρόμοιες μελέτες δεν διαπίστώθηκε καμία σχέση μεταξύ της πρόσληψης trans-λιπαρών και του διαβήτη. Αρκετές ελεγχόμενες μελέτες που εξετάζουν τα trans-λιπαρά και τους παράγοντες κινδύνου του διαβήτη, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, παρουσιάζουν ασυνεπή αποτελέσματα. 

Φλεγμονή, αθηροσκλήρωση, καρκίνος και trans-λιπαρά 

Η χρόνια φλεγμονή θεωρείται πρωτογενής αιτία πολλών χρόνιων ασθενειών, όπως καρδιακές παθήσεις, μεταβολικό σύνδρομο,  καρκίνος, διαβήτης και αρθρίτιδα. Δύο μελέτες δείχνουν ότι τα trans-λιπαρά αυξάνουν τους φλεγμονώδεις δείκτες όταν αντικαθιστούν από άλλα θρεπτικά συστατικά στη διατροφή. Σε μελέτες παρατήρησης, τα trans-λιπαρά συνδέονται με αυξημένους φλεγμονώδεις δείκτες, ειδικά σε άτομα με αυξημένο σωματικό λίπος . Τα trans-λιπαρά επίσης θεωρούνται ότι βλάπτουν το εσωτερικό των αιμοφόρων αγγείων και μπορεί να οδηγήσουν και σε φραγή, γνωστό ως αθηροσκλήρωση.

Σε μια μελέτη 4 εβδομάδων στην οποία τα trans-λιπαρά αντικατέστησαν κορεσμένα λίπη, η HDL (καλή) χοληστερόλη μειώθηκε κατά 21% και η αρτηριακή διαστολή μειώθηκε κατά 29% .  Ωστόσο, ελάχιστες μελέτες έχουν εξετάσει την επίδραση των trans-λιπαρών οξέων στον καρκίνο. Σύμφωνα με μια μεγάλη έρευνα, η πρόσληψη trans-λιπαρών προ της εμμηνόπαυσης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση. Όμως χρειάζεται περισσότερη έρευνα στο να εξακριβωθεί πλήρως η σχέση trans-λιπαρών με καρκίνο.

Αν και η ποσότητα των trans-λιπαρών στη σύγχρονη διατροφή έχει μειωθεί, η μέση πρόσληψη εξακολουθεί να αποτελεί ανησυχία σε πολλές χώρες. Μία σωστή παρατήρηση των ετικετών στις συσκευασίες των τροφίμων, η αποφυγή συσκευασμένων, βιομηχανοποιημένων και προ-τηγανισμένων προϊόντων καθώς και ο περιορισμός στη χρήση κακής ποιότητας και μικρής ανθεκτικότητας σπορέλαιων μπορούν να αποτελέσουν σπουδαίο προληπτικό μέτρο και ένδειξη σωστής διατροφής και υγείας . 

References
  1. Katan MB, Zock PL, Mensink RP. Trans fatty acids and their effects on lipoproteins in humans. Annual Review of Nutrition. 1995 Jul;15(1):473-93.
  2. Mozaffarian D, Pischon T, Hankinson SE, Rifai N, Joshipura K, Willett WC, Rimm EB. Dietary intake of trans fatty acids and systemic inflammation in women. The American Journal of Clinical Nutrition. 2004 Apr 1;79(4):606-12.
  3. Thomas LH, Jones PR, Winter JA, Smith H. Hydrogenated oils and fats: the presence of chemically-modified fatty acids in human adipose tissue. The American Journal of Clinical Nutrition. 1981 May 1;34(5):877-86.
  4. Mensink RP, Katan MB. Effect of dietary trans fatty acids on high-density and low-density lipoprotein cholesterol levels in healthy subjects. New England Journal of Medicine. 1990 Aug 16;323(7):439-45.
  5. Willett WC, Stampfer MJ, Manson JE, Colditz GA, Speizer FE, Rosner BA, Hennekens CH, Sampson LA. Intake of trans fatty acids and risk of coronary heart disease among women. The Lancet. 1993 Mar 6;341(8845):581-5.
  6. Dorni C, Sharma P, Saikia G, Longvah T. Fatty acid profile of edible oils and fats consumed in India. Food chemistry. 2018 Jan 1;238:9-15.

Το ερώτημα “γονίδια ή περιβάλλον” αποτελεί ένα από τα αμφιλεγόμενα ζητήματα της εποχής και απασχολεί τόσο την επιστημονική κοινότητα όσο και τους απλούς πολίτες.

Η γενετική αναφέρεται σε όλα τα γονίδια και στους κληρονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν το ποιοι είμαστε, από τη φυσική εμφάνισή μας, την προδιάθεση σε νοσημάτα, τη παχυσαρκία ακόμα και στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μας.

Το περιβάλλον περιλαβάνει όλες τις περιβαλλοντικές μεταβλητές που επηρεάζουν το ποιοι είμαστε, συμπεριλαμβανομένων των εμπειριών μας στην παιδική ηλικία, του τρόπου ζωής μας, της διατροφής μας, των κοινωνικών σχέσεών μας και του γύρω μας πολιτισμού.

Τί από τα δύο όμως υπερτερεί στο τελικό απότεσμα της διαμόρφωσης ενός ζωντανού οργανισμού; Παράδειγμα τι συμβαίνει όταν ένα άτομο επιτυγχάνει τεράστια ακαδημαϊκή επιτυχία; Είναι γενετικά γραμμένο να είναι επιτυχημένος ή είναι αποτέλεσμα του περιβάλλοντος στο οποίο πήρε ανατροφή και μάθηση; Σε άλλο παράδειγμα, αν κάποιος κακοποιεί τη γυναίκα και τα παιδιά του, είναι επειδή γεννήθηκε με βίαιες τάσεις ή είναι κάτι που έμαθε καθώς μιμείται τη συμπεριφορά του γονέα του;

Μερικά παραδείγματα γενετικά προσδιορισμένων χαρακτηριστικών περιλαμβάνουν το χρώμα των ματιών και των μαλλιών, το χρώμα του δέρματος, ακόμα και ορισμένες γενετικές ασθένειες.

Το προσδόκιμο ζωής και το ύψος έχουν ένα ισχυρό βιολογικό στοιχείο, αλλά επηρεάζονται επίσης από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες και τον τρόπο ζωής.

Το ύψος για παράδειγμα είναι ένα χαρακτηριστικό που είναι καταγεγραμμένο στα γονίδια.   Ένα παιδί μπορεί να προέρχεται από μια οικογένεια όπου όλοι είναι ψηλοί και μπορεί να έχει κληρονομήσει αυτά τα γονίδια που αφορούν το ύψος. Ωστόσο, αν μεγαλώσει σε ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον όπου δεν λαμβάνει σωστή τροφή, δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει το ύψος που θα μπορούσε να είχε μεγαλώσει σε ένα πιο υγιή περιβάλλον.

Όλο και περισσότερο, οι άνθρωποι αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν ότι η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση. Οι γενετικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν τόσο μεταξύ τους όσο και με τους περιβαλλοντικούς, συμπεριλαμβανομένων της διατροφής , της κουλτούρας , της καλλιέργειας και ανατροφής και των των κοινωνικών συναναστροφών .

References

  1. Beauchamp JP (2016) Genetic evidence for natural selection in humans in the contemporary United States. Proc Natl Acad Sci USA 113:7774-7779.
  2. Byars SG, Ewbank D, Govindaraju DR, Stearns SC
    (2010) Natural selection in a contemporary human population. Proc Natl Acad Sci USA 107(Suppl 1):1787-1792.
  3. Visscher PM, et al. (2006) Assumption-free estimation of heritability from genome-wide identity-by-descent sharing between full siblings. PLoS Genet 2(3):e41.
  4. Courtiol A, et al. (2013) The demographic transition influences variance in fitness and selection on height and BMI in rural Gambia. Curr Biol 23(10):884-889.
  5. Stulp G, Barrett L, Tropf FC, Mills MC (2015) Does natural selection favour taller stature among the tallest people on earth? Proc R Soc London B Biol Sci 282(1806):20150211.