Η λέξη διατροφή έχει πάρει σήμερα τεράστιες διαστάσεις έτσι ώστε πολλοί άνθρωποι να μπερδεύονται ως προς το πραγματικό νόημά της. Η διατροφή πρέπει να συσχετίζεται με τη συνολική πρόσληψη τροφής και θρέψης ενός ατόμου και δεν πρέπει να επικεντρώνεται μόνο στον περιορισμό ή στην “δίαιτα”.

Η δίαιτα διαφέρει από τη διατροφή. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν σκέφτονται τη λέξη δίαιτα, εννοούν τον περιορισμό στη λήψη τροφής. Οι  επιστήμονες υγείας συμφωνούν στο ότι η κατανάλωση υγιεινής διατροφής που δίνει έμφαση στην καλή ποιοτικά διατροφή είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι για την υγεία τους. Ωστόσο, η δίαιτα δίνει έμφαση στον περιορισμό των θερμίδων, με κυριότερο στόχο την απώλεια βάρους και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ενώ η δίαιτα θα μπορούσε θεωρητικά να προτίνεται με γνώμονα μια ισορροπημένη προσέγγιση στα τρόφιμα και τα θρεπτικά συστατικά, με ταυτόχρονο περιορισμό των θερμίδων, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι οι δίαιτες να αγνοούν τα βασικά στοιχεία της καλής διατροφής και εστιάζουν μόνο στην μείωση των προσλαμβανόμενων θερμίδων άρα και στην γρήγορη απώλεια βάρους.

Αυτό τις περισσότερες φορές επηρεάζει τις διατροφικές συνήθειες, καθώς κυκλοφορούν πολλές δίαιτες που αποβλέπουν στην πλήρη απομάκρυνση ολόκληρων ομάδων τροφίμων (για παράδειγμα πρωτεϊνών, υδατανθράκων ή λιπών) ή δίαιτες που γίνονται ακόμα πιο περιοριστικές και επιτρέπουν μόνο ένα ή λίγα διαφορετικά είδη τροφών.  

Ποια όμως είναι τα προβλήματα  που πιθανόν σχετίζονται με αυτές τις δίαιτες;

  • Ενώ οι άνθρωποι μπορεί να χάσουν βάρος , ειδικά στην αρχή, η απώλεια βάρους είναι συχνά μη βιώσιμη επειδή η ίδια η διατροφή είναι μη βιώσιμη. Στην πραγματικότητα, πολλοί άνθρωποι όχι μόνο παίρνουν το βάρος πίσω μόλις διακόψουν, αλλά συχνά κερδίζουν πίσω περισσότερο από ό, τι έχασαν.
  • Η γρήγορη απώλεια βάρους θα μπορούσε να παρουσιάσει μεγάλους κινδύνους για την υγεία, όπως να οδηγήσει σε υποσιτισμό, αφυδάτωση, κούραση, πονοκεφάλους, ευερέθιστο έντερο, ζάλη, δυσκοιλιότητα, χολόλιθους και προβλήματα χοληδόχου κύστης, μυϊκή απώλεια, απώλεια μαλλιών, ανισορροπία των ηλεκτρολυτών, ανεπιθύμητη εμμηνόρροια.
  • Ο υποσιτισμός, ιδιαίτερα ο χρόνιος υποσιτισμός, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, μακροχρόνιες βλάβες στον οργανισμό και σε ακραίες περιπτώσεις να είναι ακόμη και απειλητικός για τη ζωή.
  • Οι διατροφικές συνήθειες προκαλούν επίσης χαμηλή κατανάλωση ενέργειας και μπορεί να κάνουν τον οργανισμό πιο επιρρεπή σε μολυσματικές ασθένειες ή να προκαλέσουν επιδείνωση χρόνιων παθήσεων υγείας λόγω του stress που εκτείθεται ο οργανισμός. 

Μια ισορροπημένη διατροφή από την άλλη πλευρά, δίνει έμφαση σε μια διατροφή που παρέχει μια πλήρη πηγή για όλες τις βιταμίνες, τα μέταλλα, τα θρεπτικά συστατικά και τις θερμίδες που χρειάζεται το σώμα για να έχει υγιή λειτουργία. Στις υγιεινές διατροφικές επιλογές συμπεριλαμβάνονται γενικά μια αφθονία φρούτων και λαχανικών, καλά λιπαρά, πρωτεΐνες, σύνθετοι και μη επεξεργασμένοι υδατάνθρακες και σπόροι.

Η ισορροπημένη διατροφή δεν περιέχει κατά κανόνα «μαύρη λίστα» τροφών, αλλά επικεντρώνεται στην ποιότητα και την ποσότητα των τροφών περιορίζοντας στο ελάχιστο την κατανάλωση κενών θερμίδων ή επεξεργασμένων τροφίμων.

Η ισορροπημένη διατροφή τέλος, ενθαρρύνει την ασφαλή, σταδιακή, βιώσιμη απώλεια βάρους. Είναι επίσης ζωτικής σημασίας για τη διαχείριση διαφόρων προβλημάτων υγείας, τη διατήρηση ενός ισχυρού ανοσοποιητικού συστήματος, την ενδυνάμωη και την ευεξία.

References 

  1. American Dietetic Association. 2008. Position of the American Dietetic Association: health implications of dietary fiber. Journal of the American Dietetic Association 108: 1716-31. 
  1. Birkbeck JB. 1983. New Zealanders and their diet: A report to the National Heart Foundation of New Zealand on the National Diet Survey, 1977. Dunedin: University of Otago. Blanton CA, Moshfegh AJ, Baer DJ, et al. 2006. 
  1. The USDA automated multiple-pass method accurately estimates group energy and nutrient intake. Journal of Nutrition 136: 2594-99. Carriquiry AL. 2003. Estimation of usual intake distributions of nutrients and foods. Journal of Nutrition 133: 601S-608S. 
  1. Cho S, Dietrich M, Brown CJ, et al. 2003. The effect of breakfast type on total daily energy intake and body mass index: results from the Third National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES 111). Journal of the American College of Nutrition 22: 296-302. 
  1. Cole TJ, Bellizzi MC, Flegal KM, et al. 2000. Establishing a standard definition for child overweight and obesity worldwide: international survey. British Medical Journal 320: 1240

Το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει τον οργανισμό από ασθένειες που προκαλούνται από βακτήρια, ιούς και τοξίνες και βοηθά στην απομάκρυνση ξένων σωμάτων και κακοήθων κυττάρων από το σύστημά του οργανισμού. Επιπρόσθετα, το ανοσοποιητικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τον περιορισμό των ανοσολογικών αποκρίσεων έναντι εξωτερικών ακίνδυνων ουσιών, όπως είναι τα τρόφιμα,  διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες ή κατά των κυττάρων του ίδιου του οργανισμού. Οποιαδήποτε διαταραχή σε αυτό μπορεί να είναι η αιτία της πρόκλησης αλλεργίας ή αυτοάνοσων διαταραχών. 

Το ανοσοποιητικό σύστημα δεν αναπτύσσεται πλήρως κατά τη γέννηση, αλλά ωριμάζει τα πρώτα χρόνια ζωής. Επομένως, η πρώιμη ζωή αποτελεί τη βάση για την σωστή εκμάθηση και σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος ενός ατόμου.

Είναι πλέον αποδεδειγμένο επιστημονικά ότι η ανοσία αρχίζει από το έντερο. Το 70-80% των ανοσοποιητικών μας κυττάρων ζουν στο γαστρεντερικό σωλήνα μαζί με τα 100 τρισεκατομμύρια βακτήρια που συνθέτουν το εντερικό μικροβίωμα. Το έντερο αποτελεί μια σημαντική είσοδο για τους παθογόνους παράγοντες, διαφόρων τοξινών και αλλεργιογόνων.

Ένας από τους σημαντικότερους ρόλους του ανοσοποιητικού συστήματος στο γαστρεντερικό σωλήνα είναι να μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ των αβλαβών αντιγόνων, όπως τα τρόφιμα και όσων μπορεί να είναι επικίνδυνα για την υγεία. Η ανάπτυξη ενός υγιούς ανοσοποιητικού συστήματος εξαρτάται ως εκ τούτου από την καθιέρωση ενός υγιούς εντερικού μικροβιώματος τόσο στην πρώιμη ζωή όσο και στην μετέπειτα ζωή και συνδέεται άμεσα με τη διατροφή.

Η λήψη της σωστής διατροφής κατά τη διάρκεια της πρώιμης ζωής μπορεί να επηρεάσει θετικά την ανάπτυξη ενός ισορροπημένου ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτό οδηγεί σε άμεσα οφέλη όσον αφορά την υποστήριξη της υγιούς ανάπτυξης αλλά και σε μακροπρόθεσμα όσον αφορά την πρόληψη και τη διαχείριση ασθενειών. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες δείχνουν ότι οι αλλεργίες μπορούν να αποφευχθούν κάνοντας τις σωστές διατροφικές επιλογές κατά τις πρώτες 1000 ημέρες της ζωής ενός ατόμου.

Το μητρικό γάλα είναι η καλύτερη πηγή διατροφής για τα βρέφη κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών ζωής, γιατί περιέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά που είναι απαραίτητα για την υγιή ανάπτυξη. Το μητρικό γάλα περιέχει επίσης πολυάριθμους ανοσολογικούς παράγοντες (π.χ. ανοσοκύτταρα, μητρικά αντισώματα, πρεβιοτικά, νουκλεοτίδια, λιπαρά οξέα και υδατάνθρακες) που συνεργάζονται για τη βελτιστοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και την προστασία του βρέφους από λοιμώξεις και συμβάλλουν στην πρόληψη αλλεργιών. Αυτοί οι ανοσολογικοί παράγοντες συμβάλλουν επίσης και στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης μεταδοτικών ασθενειών σε μεταγενέστερη ζωή, σε μειωμένο κίνδυνο των φλεγμονώδων νόσων του εντέρου, τη παχυσαρκία και το διαβήτη τύπου ΙΙ.

Ο υποσιτισμός λόγω ανεπαρκούς πρόσληψης ενέργειας, μακρο και μκρο θρεπτικών συστατικών, βλάπτει το ανοσοποιητικό σύστημα, καταστέλλοντας τις λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος που είναι θεμελιώδεις για την προστασία του οργανισμού. Χωρίς επαρκή διατροφή, το ανοσοποιητικό σύστημα στερείται σαφώς των συστατικών που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής άμυνας.

Ευρήματα σε ασθενείς με απλή ανεπάρκεια θρεπτικών ουσιών, επιβεβαίωσαν τον κρίσιμο ρόλο πολλών βιταμινών, ανόργανων συστατικών και ιχνοστοιχείων στη λειτουργία της άμυνας. Η απουσία δε θρεπτικών ουσιών μπορεί να διαταράξει την ανοσοποιητική λειτουργία και να ενισχύσει την εκδήλωση μολυσματικών ασθενειών. Ωστόσο, οι υπερβολικές ποσότητες ορισμένων θρεπτικών ουσιών επηρεάζουν την ανοσολογική λειτουργία αλλά και η υπερφόρτωση σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε πιθανές βλαβερές επιδράσεις, όπως δείχνουν ορισμένες κλινικές δοκιμές.

Τα ηλικιωμένα άτομα τείνουν να έχουν υψηλό επιπολασμό ανεπάρκειας θρεπτικών ουσιών. Αν και πολύ συχνά οι ασθένειες λόγω των ανεπαρκειών είναι μόνο υποκλινικές, οι επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα και στη γνωστική λειτουργία είναι αξιοσημείωτες. 

Επίσης πολλά αποδεικτικά στοιχεία υποστηρίζουν τη αρνητική σύνδεση μεταξύ του μεταβολισμού του λιπώδους ιστού και της παχυσαρκίας με τη πρόσληψη θρεπιτκών συστατικών. Αυτό περιλαμβάνει διαταραχές στην παραγωγή συσχετιζόμενων ουσιών όπως αυτό της λεπτίνης και του παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα (TNF-α) στον λιπώδη ιστό.

Η επίδραση επίσης της άσκησης στην ανοσολογική απάντηση είναι πολύπλευρη, ανάλογα με τον τύπο της άσκησης και την έντασή της. Γενικά, είναι αποδεκτό ότι ενώ η μέτρια άσκηση ενισχύει τις ανοσολογικές λειτουργίες, η άσκηση υψηλής έντασης και η βαριά προπόνηση μπορούν να φέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ αυτών που εντατικά και σκληρά προπονούνται και των ασθενών με διατροφικές διαταραχές οι οποίες θα μπορούν να συσχετιστούν με κάποιους κοινούς παράγοντες, όπως οι περιοριστικές διατροφικές τους συνήθειες, η συνεχής δραστηριότητα, οι μεταβολές των ορμονών και το αγχωτικό περιβάλλον.

Τέλος, υπάρχουν πολλές παθολογικές καταστάσεις με σαφή συμμετοχή των ανοσοποιητικών μηχανισμών που μπορούν να διαμορφωθούν ή να ρυθμιστούν από τα θρεπτικά συστατικά. Αυτές περιλαμβάνουν τον καρκίνο, τη φλεγμονή, την αθηροσκλήρωση, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, το βρογχικό άσθμα, το διαβλητη τύπου ΙΙ, καρδιαγγειακά και αυτοάνοσα νοσήματα ακόμη και την κατάθλιψη αλλά απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για την αποσαφήνιση των μηχανισμών δράσης σε σχέση με τη διατροφική παρέμβαση.

Η ανακάλυψη λειτουργικών τροφών όπως και η χρήση σωστών συνδιασμών τροφών φαίνεται ενδιαφέρουσα στη ζωή ενός δυτικού πολιτισμού που αντιμετωπίζει μια προοδευτική αύξηση των αυτοάνοσων και εντερικών προβλημάτων.

References

  1. Calder PC & Kew S (2002). The immune system: a target for functional foods?. Br. J. Nutr. 88, S165-S177.
  2. Chandra RK & Kumari S (1994): Effects of nutrition on the immune system. Nutrition 10, 207-210.
  3. De Pablo MA & Alvarez de Cienfuegos G (2000): Modulatory effects of dietary lipids on immune system functions. Immunol. Cell. Biol. 78, 31-39.
  4. Grimble RF (1997): Effect of antioxidative vitamins on immune function with clinical applications. Int. J. Vit. Nutr. Res. 67, 312-320.
  5. Kimura M, Tanaka S, Isoda F, Sekigawa K, Yamakawa T & Sekihara H (1998): T lymphopenia in obese diabetic (db/db) mice is non-selective and thymus independent. Life Sci. 62, 1243-1250.
  6. Lamas O, Marti A & Martinez JA (2002): Obesity and immunocompetence. Eur. J. Clin. Nutr. 56, S42-S45.
  7. ArtLesourd B & Mazari L (1999): Nutrition and immunity in the elderly. Proc. Nutr. Soc. 58, 685-695.
  8. Lopez-Varela S, Montero A, Chandra RK & Marcos A (2000): Nutritional status of young female elite gymnasts. Int. J. Vitamin Nutr. Res. 70, 185-190.

Τα trans-λιπαρά είναι ακόρεστα λίπαρά οξέα ευθείας αλύσου στα οποία υπάρχει ένας τουλάχιστον διπλός δεσμός σε μορφή trans. Απαντώνται ως «φυσικά» σε μικρές ποσότητες στο λίπος του γάλακτος και του κρέατος, και σε βιομηχανοποιημένα τρόφιμα δηλαδή σε έλαια κυρίως σπορέλαια που έχουν υδρογονωθεί μερικώς για βιομηχανικούς σκοπούς.

Πόσο επικίνδυνα είναι; 

Είναι γεγονός ότι η πρόσληψη μειώθηκε τα τελευταία χρόνια καθώς η ενημέρωση έχει αυξηθεί και οι υγειονομικές αρχές έχουν περιορίσει τη χρήση τους. Ειδικά το 2018, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) απαγόρευσε τη χρήση μερικώς υδρογονωμένου ελαίου στα περισσότερα επεξεργασμένα τρόφιμα. Όμως τα trans-λιπαρά εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα δημόσιας υγείας καθώς περιέχονται σε πληθώρα τροφίμων που κυκλοφορούν ελεύθερα στο εμπόριο.

Αρκετές μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια μέτρια πρόσληψη trans- λιπαρών δεν φαίνεται να είναι επιβλαβής. Τα τεχνητά trans-λιπαρά όμως σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων. Σε μια σειρά κλινικών μελετών, οι άνθρωποι που καταναλώνουν trans-λιπαρά αντί για άλλα λίπαρά ή υδατάνθρακες παρουσίασαν σημαντική αύξηση της LDL (κακής) χοληστερόλης χωρίς αντίστοιχη αύξηση της HDL (καλής) χοληστερόλης. 

Παρομοίως, η αντικατάσταση των trans-λιπαρών με αντίστοιχα καλά λιπαρά αυξάνει σημαντικά την αναλογία ολικής χοληστερόλης προς ώφελος της HDL (καλή) και επηρεάζει αρνητικά τις λιποπρωτεΐνες, οι οποίες είναι σημαντικοί παράγοντες κινδύνου για καρδιακές παθήσεις.

Διαβήτης τύπου 2 και trans- λιπαρά

Η σχέση επίσης μεταξύ των trans-λιπαρών και του κινδύνου διαβήτη δεν είναι απολύτως σαφής. Σε μια μεγάλη μελέτη που συμμετείχαν περισσότερες από 80.000 γυναίκες παρατηρήθηκε 40% υψηλότερος κίνδυνος για διαβήτη τύπου 2 σε εκείνες που κατανάλωναν trans-λιπαρά σε σχέση με αυτές που δεν κατανάλωναν καθόλου. Ωστόσο, σε δύο άλλες παρόμοιες μελέτες δεν διαπίστώθηκε καμία σχέση μεταξύ της πρόσληψης trans-λιπαρών και του διαβήτη. Αρκετές ελεγχόμενες μελέτες που εξετάζουν τα trans-λιπαρά και τους παράγοντες κινδύνου του διαβήτη, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, παρουσιάζουν ασυνεπή αποτελέσματα. 

Φλεγμονή, αθηροσκλήρωση, καρκίνος και trans-λιπαρά 

Η χρόνια φλεγμονή θεωρείται πρωτογενής αιτία πολλών χρόνιων ασθενειών, όπως καρδιακές παθήσεις, μεταβολικό σύνδρομο,  καρκίνος, διαβήτης και αρθρίτιδα. Δύο μελέτες δείχνουν ότι τα trans-λιπαρά αυξάνουν τους φλεγμονώδεις δείκτες όταν αντικαθιστούν από άλλα θρεπτικά συστατικά στη διατροφή. Σε μελέτες παρατήρησης, τα trans-λιπαρά συνδέονται με αυξημένους φλεγμονώδεις δείκτες, ειδικά σε άτομα με αυξημένο σωματικό λίπος . Τα trans-λιπαρά επίσης θεωρούνται ότι βλάπτουν το εσωτερικό των αιμοφόρων αγγείων και μπορεί να οδηγήσουν και σε φραγή, γνωστό ως αθηροσκλήρωση.

Σε μια μελέτη 4 εβδομάδων στην οποία τα trans-λιπαρά αντικατέστησαν κορεσμένα λίπη, η HDL (καλή) χοληστερόλη μειώθηκε κατά 21% και η αρτηριακή διαστολή μειώθηκε κατά 29% .  Ωστόσο, ελάχιστες μελέτες έχουν εξετάσει την επίδραση των trans-λιπαρών οξέων στον καρκίνο. Σύμφωνα με μια μεγάλη έρευνα, η πρόσληψη trans-λιπαρών προ της εμμηνόπαυσης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση. Όμως χρειάζεται περισσότερη έρευνα στο να εξακριβωθεί πλήρως η σχέση trans-λιπαρών με καρκίνο.

Αν και η ποσότητα των trans-λιπαρών στη σύγχρονη διατροφή έχει μειωθεί, η μέση πρόσληψη εξακολουθεί να αποτελεί ανησυχία σε πολλές χώρες. Μία σωστή παρατήρηση των ετικετών στις συσκευασίες των τροφίμων, η αποφυγή συσκευασμένων, βιομηχανοποιημένων και προ-τηγανισμένων προϊόντων καθώς και ο περιορισμός στη χρήση κακής ποιότητας και μικρής ανθεκτικότητας σπορέλαιων μπορούν να αποτελέσουν σπουδαίο προληπτικό μέτρο και ένδειξη σωστής διατροφής και υγείας . 

References
  1. Katan MB, Zock PL, Mensink RP. Trans fatty acids and their effects on lipoproteins in humans. Annual Review of Nutrition. 1995 Jul;15(1):473-93.
  2. Mozaffarian D, Pischon T, Hankinson SE, Rifai N, Joshipura K, Willett WC, Rimm EB. Dietary intake of trans fatty acids and systemic inflammation in women. The American Journal of Clinical Nutrition. 2004 Apr 1;79(4):606-12.
  3. Thomas LH, Jones PR, Winter JA, Smith H. Hydrogenated oils and fats: the presence of chemically-modified fatty acids in human adipose tissue. The American Journal of Clinical Nutrition. 1981 May 1;34(5):877-86.
  4. Mensink RP, Katan MB. Effect of dietary trans fatty acids on high-density and low-density lipoprotein cholesterol levels in healthy subjects. New England Journal of Medicine. 1990 Aug 16;323(7):439-45.
  5. Willett WC, Stampfer MJ, Manson JE, Colditz GA, Speizer FE, Rosner BA, Hennekens CH, Sampson LA. Intake of trans fatty acids and risk of coronary heart disease among women. The Lancet. 1993 Mar 6;341(8845):581-5.
  6. Dorni C, Sharma P, Saikia G, Longvah T. Fatty acid profile of edible oils and fats consumed in India. Food chemistry. 2018 Jan 1;238:9-15.