Είναι γνωστό από διάφορες μελέτες ότι οι άντρες γενικά δεν εμφανίζουν συχνά την επιθυμία για απώλεια βάρους αντί αυτού μάλιστα έχουν την τάση να αυξήσουν το βάρος τους. Αυτή η αύξηση βάρους στοχεύει σε ένα πιο έντονα μυϊκό και μερικές φορές με το ελάχιστο ποσοστό λίπους σώμα. Το 1997, ο όρος μυϊκή δυσμορφική διαταραχή, αναφερόμενη και ως “bigorexia nervosa” επινοήθηκε για να περιγράψει την παραπάνω αναπτυσσόμενη κατάσταση.

Ενώ κάποτε οι διατροφικές διαταραχές θεωρούνταν αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση, τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να απασχολούν τους ειδικούς και οι διατροφικές διαταραχές που διαγιγνώσκονται και σε άνδρες όλων των ηλικιών, από παιδιά έως μεγαλύτερους ενήλικες.

Διάφορες έρευνες μέχρι σήμερα, δείχνει ότι οι ανησυχίες για το βάρος και την εικόνα του σώματος των ανδρών είναι διαφορετικές από αυτές των γυναικών. 

Οι άντρες αντιπροσώπευαν περίπου το 10% των ασθενών με νευρική ανορεξία και νευρική βουλιμία στη μελέτη Weltzin (2005), με τον αριθμό των ανδρών που πάσχουν από νευρική βουλιμία να είναι περισσότεροι από εκείνους που πάσχουν από νευρική ανορεξία. Ωστόσο, το 2007, μια μελέτη ανέφερε ότι το 25% των περιπτώσεων ανορεξίας και βουλιμίας είναι άνδρες (Hudson, Hiripi, Pope, & Kessler, 2007). Το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας αναφέρει ότι περίπου ένα εκατομμύριο άνδρες αντιμετωπίζουν διατροφικές διαταραχές (2008), κάτι που είναι πιθανώς υποτιμημένο.

Ποιες οι αιτίες της μυϊκής δυσμορφικής διαταραχής;

Στις αιτίες συμπεριλαμβάνονται οι σωματικές και ψυχολογικές τραυματικές εμπειρίες, που μπορεί να ποικίλλουν με πολλούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής κακοποίησης και του εκφοβισμού στην παιδική ηλικία. Ο παιδικός εκφοβισμός είναι συχνός σε άνδρες, οι οποίοι μπορεί να αντιδράσουν σε αυτό το τραύμα με συνειδητή ή ασυνείδητη προσκόλληση στο σχήμα του σώματός τους. Με το να γίνονται σωματικά “μεγαλύτεροι”, οι άνδρες προσπαθούν να προστατευτούν από το να είναι συνεχές θύματα επιθετικότητας (Morgan, 2008).

Είναι αρκετά συχνό, οι ανδρες που εμφανίζουν διατροφικές διαταραχές να ασκούνται και υπερβολικά. Αυτό μπορεί να γίνει τρομερά εθιστικό και να οδηγησει στην Anorexia athleticism ή Bigorexia  nervosa ή  Μυϊκή δυσμορφική διαταραχή (ΜΔΔ).

Μερικοί άνδρες χρησιμοποιούν την άσκηση ως αντισταθμιστική συμπεριφορά στη θερμιδική πρόσληψη ενώ άλλοι παγιδεύονται σε έναν φαύλο κύκλο άσκησης για απώλεια βάρους ώστε να αποκτήσουν καλύτερη υγεία ενώ παράλληλα τηρούν μία αυστηρώς στερητική διατροφή, με αποτέλεσμα την πείνα και τον υποσιτισμό. Τελικά, επηρεάζονται και άλλοι τομείς της ζωής του ατόμου, όπως η εργασία, οι κοινωνικές δραστηριότητες ή η εμφάνιση έντονων προβλημάτων στη λήψη των καθημερινών ευθυνών και αποφάσεων (Morgan, 2008).

Στη μυϊκή δυσμορφική διαταραχή (ΜΔΔ) οδηγείται τελικά ένα άτομο που διακατέχεται από υπερβολική ανησυχία ή εμμονή με ορισμένα μέρη του σώματός του, τα οποία πιστεύει ότι είναι εξαιρετικά ελκυστικά. Στη μυϊκή δυσμορφική διαταραχή (ΜΔΔ), ένα άτομο επικεντρώνεται ειδικά στη μυϊκή μάζα ή στο μέγεθος του σώματος, δηλαδή σ’ έναν υποτύπο σωματικής δυσμορφικής διαταραχής (Pope, Phillips, & Olivardia, 2002). Πολλοί άνδρες που πάσχουν από μυϊκή δυσμορφική διαταραχή (ΜΔΔ), πάσχουν ταυτόχρονα και από διατροφική διαταραχή. (Morgan, 2008).

Μυϊκή δυσμορφική διαταραχή και στεροειδείς/αυξητικές ορμόνες

Η χρήση ουσιών όπως στεροειδών και αυξητικών ορμονών είναι πολύ συνηθισμένο σε άτομα που πάσχουν από μυϊκή δυσμορφική διαταραχή (ΜΔΔ). Το ποσοστό χρήσης αναβολικών στεροειδών μεταξύ νεαρών ανδρών είναι περίπου ίσο με αυτό της ανορεξίας και της βουλιμίας σε νεαρές γυναίκες . Οι Pope et al. (2002) δηλώνουν ότι πάνω από 2 εκατομμύρια άνδρες όλων των ηλικιών στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χρησιμοποιήσει αναβολικά στεροειδή κάποια στιγμή. Αυτά τα φάρμακα προκαλούν γρήγορες αλλαγές στη μυϊκή μάζα και έχουν πολύ λίγες αρχικές παρενέργειες για τον χρήστη. Ωστόσο, η μακροχρόνια χρήση έχει συνδεθεί με πολλές σωματικές και ψυχολογικές επιπλοκές. Μερικές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η διόγκωση του προστάτη, υψηλή χοληστερόλη, ηπατικά προβλήματα, κατάθλιψη και αυτοκτονικές τάσεις ως στερητικό σύμπτωμα (Mosley, 2008).

Καθοριστικός παράγοντας στη ζωή των αντρών έχουν παίξει και τα μέσα μαζικής δικτύωσης. Η συχνότητα των εικόνων που δείχνουν ημιγυμνούς, καλογυμασμένους άντρες τα τελευταία 30 χρόνια είναι τραγικά αυξημένη. Αυτό το εύρημα, σε συνδυασμό με την αλλαγή των εκάστοτε προτύπων ομορφιάς που παρουσιάζουν τους άντρες με έντονο μυϊκό σύστημα, είχε σημαντική επιρροή στα τρέχοντα ιδανικά της ανδρικής εικόνας (Halliwell, Dittmar, & Orsborn, 2007).

Η εστίαση σε ζητήματα που είναι μοναδικά για τους άνδρες, όπως το ιστορικό βάρους, η σεξουαλική κακοποίηση, το τραύμα, ο προσανατολισμός του φύλου, η εικόνα του σώματος, η κατάχρηση της άσκησης, οι πιέσεις των διαδυκτιακών μέσων και η ανδρική κατάθλιψη και  ντροπή, μπορεί τελικά να οδηγήσουν σε βελτιωμένες τεχνικές παρέμβασης. Αυτή η προσέγγιση πρέπει να συνδυαστεί και με άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά και στις γυναίκες, όπως η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία, το ψυχόδραμα και άλλες ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι.

Η συνεχής ενημέρωση και η συνειδητοποίηση αυτών των θεμάτων είναι μια κρίσιμη πτυχή για την κινητοποίηση και τη θεραπεία. Επίσης, η ευαισθητοποίηση μπορεί, με τη σειρά της, να προωθήσει περιβάλλοντα στα οποία οι άνδρες μπορούν να μιλήσουν για τα τρόφιμα και το σώμα τους. Πολλοί άνδρες δεν αναγνωρίζουν καν αυτά τα ζητήματα, καθώς οι διατροφικές διαταραχές θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό ως πρόβλημα των γυναικών. Η διαταραχή που κρύβεται πίσω από την υπερβολική άσκηση συχνά αγνοείται, καθώς η υπερβολική άσκηση μπορεί να δημιουργήσει μια παραπλανητικά υγιή εξωτερική εμφάνιση, σε αντίθεση με την ανορεξία, τη βουλιμία.

Η προώθηση μιας αποδεκτής κουλτούρας, η οποία επιτρέπει την ευπάθεια στους άνδρες μπορεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι αναφορές ανδρών θα βελτιώνονταν στη συχνότητα και την ακρίβεια. Η Εκτίμηση Διατροφικής διαταραχής για Άνδρες (EDAM) είναι ένα εργαλείο αξιολόγησης διατροφικών διαταραχών σε άνδρες, και βρίσκεται υπό μεγάλη ανάπτυξη.

Αρκετοί εξειδικευμένοι θεραπευτές και επιστήμονες σωματικής και ψυχικής υγείας δουλεύουν πάνω στις δυσλειτουργικές πεποιθήσεις και γνωσίες που αφορούν κυρίως την εικόνα του σώματος και βοηθούν τους θεραπευόμενους να αναγνωρίσουν τις επιπτώσεις της διαταραγμένης σκέψης τους στη ζωή τους ώστε να αναγνωρίσουν τις παθολογικές συμπεριφορές που οδηγούν στη νοσηρότητα και να βρουν την ισορροπία στη ζωή τους.

REFERENCES

American Psychiatric Association Work Group on Eating Disorders. Practice guidelines for the treatment of patients with eating disorders. 2006. Retrieved from http://www.psychiatryonline.com/pracGuide/loadGuidlinePdf.aspx?file=EatingDisorders3ePG_04-28-06.

Andersen A. Eating disorders in males: Critical questions. In: Lemberg R., editor; Cohn L., editor. Eating disorders: A reference sourcebook. Phoenix, AZ: Oryx Press; 1999. pp. 73–79.

Blouin A. Goldfield G. Body image and steroid use in male bodybuilders. International Journal of Eating Disorders. 1994;18:159–165.

Carlat D. J. Camargo C. A. Herzog D. B. Eating disorders in males: A report on 135 patients. American Journal of Psychiatry. 1997;154:1127–1132.

Connors M. E. Worse W. Sexual abuse and eating disorders: A review. International Journal of Eating Disorders. 1993;13:1–11.

Costin C. The eating disorder sourcebook: A comprehensive guide to the causes, treatments, and prevention of eating disorders. New York, NY: McGraw-Hill; 2007.

Dunn E. Larimer M. Neighbors C. Alcohol and drug-related negative consequences in college students with bulimia nervosa and binge eating disorder. International Journal of Eating Disorders. 2002;32:171–178.

Grossbard J. Lee C. Neighbors C. Larimer M. Body image concerns and contingent self-esteem in male and female college students. Sex Roles. 2008;60:198–207.

Halliwell E. Dittmar H. Orsborn A. The effects of exposure to muscular male models among men: Exploring the moderating role of gym use and exercise motivation. Body Image. 2007;4:278–287.

Hudson J. Hiripi E. Pope H. Kessler R. The prevalence and correlates of eating disorders in the national comorbidity survey replication. Biological Psychiatry. 2007;61:348–358.

Mitchell J. Specker S. Edmonson K. Management of substance abuse and dependence. In: Garner D., editor; Garfinkel P., editor. Handbook of treatment for eating disorders. New York, NY: Guilford Press; 1997. pp. 415–423.

Morgan J. The invisible man: A self-help guide for men with eating disorders, compulsive exercise, and bigorexia. New York, NY: Routledge; 2008.

Ο μηχανισμός πίσω από την τροφική δυσανεξία θεωρείται ως ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην σύγχρονη ιατρική. Πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν τα τρόφιμα λόγω παρεξηγήσεων και όχι αληθινών δυσανεξιών.

Τι είναι οι τροφικές δυσανεξίες;

Οι τροφικές δυσανεξίες δεν είναι αυτοάνοσες αντιδράσεις, αλλά προκαλούνται από την έλλειψη συγκεκριμένων ενζύμων, σημαντικών στον μεταβολισμό κάποιων τροφών, όπως η λακτόζη στο γάλα. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μεμονωμένα συμπτώματα όπως αέρια, φούσκωμα ή διάρροια. Συχνά δεν είναι σαφές γιατί ένα άτομο είναι ευαίσθητο σε ορισμένα τρόφιμα.

Πότε εμφανίζεται μια τροφική δυσανεξία;

Συνήθως τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά την κατανάλωση κάποιας ύποπτης τροφής. Στην περίπτωση των γαλακτοκομικών το σώμα δεν μπορεί να μεταβολίσει τη λακτόζη, μια φυσική ζάχαρη που βρίσκεται στο γάλα, το γιαούρτι και τα μαλακά τυριά. Ένας ειδικός γιατρός μπορεί συνήθως να διαγνώσει μια δυσανεξία εξετάζοντας τα συμπτώματά και το ιατρικό ιστορικό.

Μερικοί άνθρωποι επίσης, δυσκολεύονται να μεταβολίσουν το σιτάρι και έτσι αισθάνονται φούσκωμα, αέρια, διάρροια, αδιαθεσία και πόνο στο στομάχι μετά την κατανάλωση κάποιου αρτοποιήματος. Συνήθως η έννοια της δυσανεξίας παρερμηνεύεται και συγχέεται. Η ευαισθησία (μη ανοχή) σε ένα τρόφιμο δεν συμπίπτει πάντα με τον όρο δυσανεξία.

Σε άλλες περιπτώσεις , ένοχος σε μια ευαισθησία μπορεί να είναι πρόσθετο τροφίμων ή ένας χημικός ή μολυσματικός παράγοντας όπως: το γλουταμινικό νάτριο (MSG), τεχνητά γλυκαντικά, τοξίνες, ιοί, βακτήρια ή παράσιτα που έχουν μολύνει τα τρόφιμα, τεχνητά χρώματα τροφίμων, συντηρητικά ή βελτιωτικά γεύσης.

Η δυσανεξία στη γλουτένη

Πολλοί άνθρωποι κόβουν τη γλουτένη από τη διατροφή τους πιστεύοντας ότι έχουν δυσανεξία σε αυτήν, επειδή αντιμετωπίζουν συμπτώματα μετά την κατανάλωση σιταριού. Αυτό όμως δεν δηλώνει απαραίτητα ότι το άτομο είναι δυσανεκτικό στο σιτάρι ή πιο συγκεκριμένα στη γλουτένη που αποτελεί συστατικό πολλών ειδών δημητριακών.

Υπάρχουν ορισμένες διαταραχές όπως η κοιλιοκάκη, μια κάπως σπάνια και ακραία μορφή δυσανεξίας στη γλουτένη, που επηρεάζει μικρό ποσοστό του πληθυσμού και βλάπτει το λεπτό έντερο. Η διαφορά μεταξύ της μη ανοχής στο σιτάρι, και της δυσανεξίας (κοιλιοκάκη), πολύ συχνά συγχέονται.

Η μη ανοχή στο σιτάρι δεν είναι αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος. Η κοιλιοκάκη είναι μια ανοσολογική αντίδραση. Πρόκειται για μια σοβαρή και συχνά μη διαγνωσμένη ασθένεια με μεγάλη διακύμανση και συμπτώματα που περιλαμβάνουν την απώλεια βάρους, διάρροια, κράμπες στο στομάχι, ανεπάρκεια σιδήρου ακόμα και κόπωση. Η μόνη θεραπεία σε αυτή την περίπτωση είναι η ολική αποφυγή της γλουτένης.

Μήπως πίσω από μια διατροφική δυσανεξία κρύβεται μια διατροφική διαταραχή;  

Κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν την δυσανεξία ως “ομπρέλα” στον περιορισμό της τροφής. Η αποχή από ολόκληρες ομάδες τροφίμων μπορεί να διαταράξει την ισορροπημένη και υγιεινή διατροφή και κατα επέκταση την υγεία.

Είναι γεγονός ότι πάρα πολλοί άνθρωποι κάνουν αυτοδιάγνωση τροφικών δυσανεξιών και ενδέχεται να περιορίζουν τη διατροφή τους άσκοπα. Σχετική έρευνα έδειξε ότι ο πραγματικός επιπολασμός των τροφικών δυσανεξιών σε ενήλικες είναι μικρότερος από 2%. Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια άνθρωποι αποφεύγουν ορισμένα τρόφιμα άσκοπα και χωρίς την κατάλληλη ιατρική συμβουλή. Από αυτούς εννέα στους δέκα είναι είτε θύματα ψευδών ερευνών, αυταπάτης, ή διαφημιστικών καμπανιών επιδιώκοντας να γίνουν μέρος της τελευταίας μόδας τροφίμων ή να καλύψουν μία επικείμενη διατροφική διαταραχή.

Τι μπορεί να προκαλέσει η αποχή από μεγάλες ομάδες τροφίμων;

Σίγουρα το πόσο επικίνδυνο μπορεί να καταστεί η αφαίρεση μεγάλων ομάδων τροφίμων είναι προφανές. Τα βραχυπρόθεσμα όσο και τα μακρυπρόθεσμα αποτελέσματα αυτής της απόφασης για την υγεία είναι όντως πολύ τρομακτικά. Μεταξύ των επιπτώσεων συμπεριλαμβάνεται η μεγάλη απώλεια βάρους, οι διατροφικές ελλείψεις, η στειρότητα, μεγαλύτερος κίνδυνος οστεοπόρωσης στη μετέπειτα ζωή, η μειωμένη πνευματική ικανότητα, η χρόνια κόπωση και τελικά ο αυτοπροκληθέντας υποσιτισμός.

Συνδέονται οι διατροφικές διαταραχές και η τροφική δυσανεξία;

Το σιτάρι βρίσκεται σε πολλά τρόφιμα με βάση τα δημητριακά. Τα δημητριακά αποτελούν βασικό μέρος της διατροφής περίπου το 76,4% του πληθυσμού.

Κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ του περιορισμού της διατροφής για τη διατήρηση της υγείας και της ευημερίας με την ανάπτυξη μιας σχέσης με την τροφή που είναι εμμονική και επιζήμια για την ψυχική και σωματική υγεία.

Η χρήση της τροφικής δυσανεξίας συχνά χρησιμοποιείται ως δικαιολογία και ως στοιχείο απόκρυψης κάποιας διατροφικής διαταραχής.

Για παράδειγμα η ανορεξία μπορεί πραγματικά να ξεγελάσει το μυαλό και το σώμα των ίδιων των πασχόντων, σε σημείο που το άτομο με τη διαταραχή να κινείται ακραία και να περιορίζει ή να αποφεύγει το φαγητό. Η τροφική δυσανεξία ακόμη και η χορτοφαγία παρέχουν «αποδεκτούς» λόγους απομάκρυνσης από το φαγητό. Η δυσανεξία στα τρόφιμα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται κανείς τη τροφή.

Από την άλλη πλευρά, είναι πολύ εύκολο να προκύψει μια νέα εμμονή με τα τρόφιμα που θα καταλήξει σε ακούσια απώλεια βάρους. Μία απόδειξη των ατόμων που “δικαιολογούνται” στο όνομα της δυσανεξιας είναι και η απροθυμία τους στην αντικατάστασης των περιορισμένων τροφίμων με θρεπτικά και απαραίτητα υγιή λίπη (π.χ. ξηροί καρποί, έλαια, σπόροι).

Οι ακανόνιστες διατροφικές συνήθειες μπορούν να δημιουργήσουν χάος στο πεπτικό σύστημα και θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ψευδώς ως δυσανεξίες στα τρόφιμα. Οι δίαιτες Yo-yo, ακόμα και πιο σοβαρά προβλήματα όπως η βουλιμία, η υπερφαγια ακόμα και η ορθορεξία θα μπορούσαν να είναι η ρίζα και οι ένοχοι των αλλαγμένων συνηθειών του εντέρου με τα συνοδά συμπτώματα όπως το φούσκωμα, η κόπωση ή οι πονοκέφαλοι.

Ο αριθμός των ανθρώπων που πιστεύουν ότι έχουν δυσανεξία στα τρόφιμα έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πόσα άτομα επηρεάζονται πραγματικά. Πολλοί άνθρωποι υποθέτουν ότι έχουν τροφική δυσανεξία όταν η πραγματική αιτία των συμπτωμάτων τους είναι κάτι άλλο.

Υπάρχει δοκιμή δυσανεξίας στα τρόφιμα;

Ορισμένες εταιρείες παράγουν τεστ δυσανεξίας στα τρόφιμα, αλλά αυτά τα τεστ δεν βασίζονται σε επιστημονικά στοιχεία και δεν συνιστώνται από την British Dietary Association (BDA).

Ο καλύτερος τρόπος διάγνωσης της δυσανεξίας και της μη ανοχής στα τρόφιμα είναι η αυτοπαρατήρηση στα συμπτώματά και στα τρόφιμα που καταναλώνονται. Η καθορισμένη αποχή από κάποιο τρόφιμο και η επανένταξή του, σίγουρα μπορεί να βοηθησει στην σωστή διάγνωση . Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει η τήτηση ενός ημερολογίου τροφίμων, σημειώνοντας: το είδος της τροφής και τα τυχόν συμπτώματα μετά την κατανάλωση αυτής. Η διακοπή της ύποπτης τροφής από τη διατροφή  για 2 έως 6 εβδομάδες μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση των συμπτωματων. Η επαναφορά στην συνέχεια επιβεβαιώνει την υποψία ότι το συγκεκριμένο τρόφιμο ευθύνεται.

Θα μπορούσαν τα συμπτώματά να είναι κάτι άλλο;

Η συχνή διάρροια, το φούσκωμα, το κοιλιακό άλγος ή τα δερματικά εξανθήματα, σίγουρα θα πρέπει να οδηγήσουν σε ιατρό. Παρόμοιες καταστάσεις που μπορεί να μοιάζουν με κάποια μη ανοχή σε τρόφιμο ή δυσανεξία μπορεί να είναι : το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου, κάποια διαταραχή άγχους, φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, τροφική αλλεργία.

References

Adverse reaction to food: assessment by double-blind placebo-controlled food challenge and clinical, psychosomatic and immunologic analysis. Vatn MH, Grimstad IA, Thorsen L, Kittang E, Refnin I, Malt U, Løvik A, Langeland T, Naalsund A.Digestion. 1995;56(5):421-8. doi: 10.1159/000201270.PMID: 8549887 Clinical Trial.

Does severity of low-dose, double-blind, placebo-controlled food challenges reflect severity of allergic reactions to peanut in the community? Hourihane JO, Grimshaw KE, Lewis SA, Briggs RA, Trewin JB, King RM, Kilburn SA, Warner JO.Clin Exp Allergy. 2005 Sep;35(9):1227-33. doi: 10.1111/j.1365-2222.2005.02312.x.PMID: 16164452 Clinical Trial.

[Intolerance to food additives: an update]. Cardinale F, Mangini F, Berardi M, Sterpeta Loffredo M, Chinellato I, Dellino A, Cristofori F, Di Domenico F, Mastrototaro MF, Cappiello A, Centoducati T, Carella F, Armenio L.Minerva Pediatr. 2008 Dec;60(6):1401-9.PMID: 18971901 Review. Italian.

Hypersensitivity reactions to food additives. Randhawa S, Bahna SL.Curr Opin Allergy Clin Immunol. 2009 Jun;9(3):278-83. doi: 10.1097/ACI.0b013e32832b2632.PMID: 19390435 Review.

[Reactions to food]. Halvorsen R, Eggesb M, Botten G.Tidsskr Nor Laegeforen. 1995 Dec 10;115(30):3730-3.PMID: 8539740 Review. Norwegian.

[Food intolerance]. Zugasti Murillo A.Endocrinol Nutr. 2009 May;56(5):241-50. doi: 10.1016/S1575-0922(09)71407-X. Epub 2009 Jul 1.PMID: 19627745 Review. Spanish.

Ο διαβήτης τύπου 3 ή αλλιώς ο διαβήτης του εγκεφάλου εμφανίζεται όταν οι νευρώνες στον εγκέφαλο δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην ινσουλίνη, κάτι που είναι απαραίτητο για τις βασικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της μνήμης και της μάθησης.

Ο διαβήτης τύπου 3 είναι ένα αμφιλεγόμενο όνομα που μερικές φορές χρησιμοποιείται για να αναφερθεί στη νόσο του Αλτσχάιμερ, έναν τύπο προοδευτικής άνοιας. Έγιναν ισχυροί δεσμοί μεταξύ των δύο καταστάσεων, κυρίως ότι η άνοια μπορεί να προκληθεί από έναν τύπο αντίστασης στην ινσουλίνη που εμφανίζεται ειδικά στον εγκέφαλο. Σύμφωνα με την American Diabetes Association (ADA), εκτός από την προχωρημένη ηλικία που έχει διαβήτη ή προ διαβήτη είναι και ο δεύτερος μεγαλύτερος παράγοντας κινδύνου για τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Παρόλο που ένας μικρός αριθμός ερευνών διαπίστωσε αυξημένο κίνδυνο άνοιας με διαβήτη τύπου 1, η συντριπτική πλειονότητα των μελετών κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτή η σχέση μεταξύ του διαβήτη και της νόσου Αλτσχάιμερ είναι συγκεκριμένη για τον διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, η νόσος Αλτσχάιμερ ως διαβήτη τύπου 3 είναι αμφιλεγόμενη και πολλοί στην ιατρική κοινότητα είναι απρόθυμοι να αναγνωρίσουν τον διαβήτη τύπου 3 ως ιατρική διάγνωση έως ότου γίνει περισσότερη έρευνα.

Ο διαβήτης τύπου 3 δεν είναι ο ίδιος με τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 3c (ονομάζεται επίσης T3cDM ή παγκρεατογενής διαβήτης), μια δευτερογενής πάθηση που μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα άλλων παγκρεατικών παθήσεων.

Συμπτώματα διαβήτη τύπου 3

Καθώς η ινσουλίνη στον εγκέφαλο διαταράσσεται, όχι μόνο μειώνεται η γνωστική ικανότητα, αλλά και το μέγεθος και η δομή του εγκεφάλου επιδεινώνονται (όλα αυτά συνήθως εμφανίζονται καθώς εξελίσσεται η νόσος του Αλτσχάιμερ).

Τα συμπτώματα του διαβήτη τύπου 3 είναι ουσιαστικά τα ίδια με τα συμπτώματα της πρώιμης άνοιας, η οποία, σύμφωνα με την Ένωση Αλτσχάιμερ, περιλαμβάνει:

  • Δυσκολία ολοκλήρωσης κάποτε γνωστών εργασιών, όπως η οδήγηση.
  • Απώλεια μνήμης που διαταράσσει την καθημερινή ζωή.
  • Δυσκολίες στο σχεδιασμό ή την επίλυση προβλημάτων.
  • Σύγχυση με τον χρόνο ή τον τόπο.
  • Πρόβλημα με την κατανόηση οπτικών εικόνων ή χωρικών σχέσεων, όπως δυσκολία στην ανάγνωση ή την ισορροπία.
  • Δυσκολία συμμετοχής ή παρακολούθησης συνομιλιών ή ομιλίας / γραφής.
  • Αλλαγές στη διάθεση ή την προσωπικότητα.

Ποιες οι αιτίες;

Πολλές έρευνες δείχνουν το πόσο η ινσουλίνη είναι σημαντική για τον εγκέφαλο. Διαταραχές στην έκκριση και τη λειτουργία της ινσουλίνης έχουν εμπλακεί σε νευροεκφυλιστικές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων των νόσων Αλτσχάιμερ, Πάρκινσον και Χάντινγκτον. Μεταξύ των τελευταίων ευρημάτων είναι η ανακάλυψη ότι ένα γονίδιο που συνδέεται με την επεξεργασία της ινσουλίνης βρίσκεται σε μια χρωμοσωμική περιοχή που συνδέεται με τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Αλλά πώς συνδέεται αυτό με το γονίδιο; Μια νέα μελέτη από τον Guojun Bu, Ph.D., μια νευροεπιστήμονα της Mayo Clinic και την καθηγήτρια της Ιατρικής Mary Lowell Leary, διαπίστωσε ότι ο ένοχος είναι η παραλλαγή του γονιδίου της νόσου Alzheimer που είναι γνωστό ως APOE4. Η ομάδα διαπίστωσε ότι το APOE4, το οποίο βρίσκεται σε περίπου 20 τοις εκατό του γενικού πληθυσμού και πάνω από το ήμισυ των περιπτώσεων της νόσου Alzheimer, είναι υπεύθυνο για τη διακοπή του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την ινσουλίνη.

Παλαιότερα, οι επιστήμονες πίστευαν ότι η ινσουλίνη παραγόταν μόνο από το πάγκρεας και δεν είχε καμία δραστηριότητα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Στη συνέχεια, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αρκετές ερευνητικές ομάδες εντόπισαν την ορμόνη και τον υποδοχέα της στον εγκέφαλο. Φαίνεται ότι η ορμόνη αυτή όχι μόνο διέσχισε το φράγμα αίματος-εγκεφάλου, αλλά επίσης παράγεται, σε χαμηλά επίπεδα, από τον ίδιο τον εγκέφαλο.

Είναι αξιοσημείωτο το πόσο μια διατροφή πλούσια σε σάκχαρα δείχνει να επηρεάζει την παθολογία της νόσου Αλτσχάιμερ. Οι διαταραχές στο μεταβολισμό της γλυκόζης που είναι η πρωταρχική πηγή ενέργειας και απαιτείται για την υγιή λειτουργία του εγκεφάλου έχουν εμπλακεί τόσο στον διαβήτη όσο και στη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Με ποιο τρόπο ο διαβήτης τύπου 2 αυξάνει τον κίνδυνο άνοιας;

Το υψηλό σάκχαρο στο αίμα οδηγεί σε φλεγμονή σε όλο το σώμα και τον εγκέφαλό. Στη νόσο Αλτσχάιμερ, η χρόνια φλεγμονή έχει συνδεθεί με το σχηματισμό β-αμυλοειδούς και της πρωτεΐνης Tau., διαταραχές στον εγκέφαλο που είναι χαρακτηριστικά της νόσου του Αλτσχάιμερ.

Επιπλέον, η αντίσταση στην ινσουλίνη ( χαρακτηριστικό του διαβήτη τύπου 2 μπορεί να επηρεάσει τη ροή του αίματος στον εγκέφαλο, πράγμα που σημαίνει ότι τα εγκεφαλικά κύτταρα δεν λαμβάνουν επαρκές οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά για να λειτουργήσουν σωστά.

Επίσης σημαντικό είναι και το πρόβλημα της ευαισθησίας στην ινσουλίνη στον εγκέφαλο. Όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη επηρεάζει το υπόλοιπο σώμα, έτσι και όταν υπάρχει μειωμένη σηματοδότηση ινσουλίνης στον εγκέφαλο, τα εγκεφαλικά κύτταρα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν γλυκόζη (την κύρια πηγή ενέργειας τους) ) σωστά, και έτσι να διαταρράσεται η λειτουργία του.

Ποια η πρόληψη;

Υπάρχει μεγάλη συσχέτιση των μέτρων που μπορούν να βοηθήσουν τόσο στην πρόληψη του διαβήτη όσο και της νόσου Αλτσχάιμερ, όπως η υιοθέτηση μιας υγιεινής διατροφής και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας.

Πολλές μελέτες έχουν δείξει πώς οι αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να βελτιώσουν τον έλεγχο της γλυκόζης σε άτομα με διαβήτη τύπου 2. Ο μισός κίνδυνος ενός ατόμου να αναπτύξει νόσο Αλτσχάιμερ οφείλεται σε παράγοντες που μπορούν να αλλάξουν, όπως η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα και το στρες.

Συγκεκριμένα, η αερόβια άσκηση ενισχύει την κυκλοφορία του αίματος στο σώμα και τον εγκέφαλο και βοηθά το σώμα να χρησιμοποιεί καλύτερα την ινσουλίνη. Εν τω μεταξύ, οι αναερόβιες ασκήσεις μπορούν να ενισχύσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη και να μειώσουν το σάκχαρο στο αίμα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Αμερικανική Ένωση Διαβήτη συνιστά να  30 λεπτά αερόβιας άσκησης μέτριας έως έντονης έντασης τουλάχιστον πέντε φορές την εβδομάδα και αναερόβια προπόνηση με αντιστάσεις τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα.

Επίσης η χαμηλή σε επεξεργασμένα τρόφιμα και πρόσθετα σάκχαρα διατροφή και η χρήση φυσικών, μη επεξεργασμένων τροφών, καθώς και ορισμένα μπαχαρικά (όπως κουρκούμη και κανέλα) και αρωματικά βότανα (όπως ρίγανη) έχουν αντιφλεγμονώδη δράση και μπορούν να μειώσουν το σάκχαρο στο αίμα.

Επίσης η διαχείρηση του βάρους παίζει πολύ σημαντικό ρόλο τη μείωση του διαβήτη 2 και των επιπλοκών του. Συγκεκριμένα, η κεντρική παχυσαρκία και το σπλαχνικό λίπος θεωρούνται προ φλεγμονώδη στάδια έως προ διαβητικά.

Οι ερευνητές γνωρίζουν εδώ και αρκετά χρόνια ότι το υπερβολικό βάρος και ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου του Alzheimer. Αλλά τώρα αρχίζουν να μιλούν για μια άλλη μορφή διαβήτη: το διαβήτη τύπου 3, το διαβήτη του εγκεφάλου.

REFERENCES

  • R.O. Domínguez, M.A. Pagano, E.R. Marschoff, S.E. González, M.G. Repetto, J.A. Serra.Enfermedad de Alzheimer y deterioro cognitivo asociado a la diabetes mellitus de tipo 2: relaciones e hipótesis.Neurología, (2013)
  • G. Accardi, C. Caruso, G. Colonna-Romano, C. Camarda, R. Monastero, G. Candore. Can Alzheimer disease be a form of type 3 diabetes?. Rejuvenation Res, 15 (2012), pp. 217-221
  • P.J. Regalado Doña, P. Azpiazu Artigas, M.L. Sánchez Guerra, C. Almenar Monfort. Factores de riesgo vascular y enfermedad de Alzheimer. Rev Esp Geriatr Gerontol, 44 (2009), pp. 98-105
  • G. Cheng, C. Huang, H. Deng, H. Wang. Diabetes as a risk factor for dementia and mild cognitive impairment: a meta-analysis of longitudinal studies. Intern Med J, 42 (2012), pp. 484-491
  • F. Formiga, A. Ferrer, D. Chivite, J. Alburquerque, C. Olmedo, J.M. Mora, et al. Predictors of cognitive decline in 85-year-old patients without cognitive impairment at baseline: 2-year follow-up of the Octabaix study. Am J Alzheimers Dis Other Demen, 28 (2013), pp. 147-153
  • I. Feinkohl, M. Keller, C.M. Robertson, J.R. Morling, R.M. Williamson, L.D. Nee, et al. Clinical and subclinical macrovascular disease as predictors of cognitive decline in older patients with type 2 Diabetes: The Edinburgh Type 2 Diabetes Study. Diabetes Care, 36 (2013), pp. 2779-2786
  • de la Monte SM, Wands JR. Molecular indices of oxidative stress and mitochondrial dysfunction occur early and often progress with severity of Alzheimer’s disease. J Alzheimers Dis. 2006;9(2):167–181.
  • Moreira PI, Santos MS, Seiça R, Oliveira CR. Brain mitochondrial dysfunction as a link between Alzheimer’s disease and diabetes. J Neurol Sci. 2007;257(1-2):206–214.
  • Hoyer S. The brain insulin signal transduction system and sporadic (type II) Alzheimer disease: an update. J Neural Transm. 2002;109(3):341–360.
  • Nixon RA. The calpains in aging and aging-related diseases. Ageing Res Rev. 2003;2(4):407–418.
  • Rivera EJ, Goldin A, Fulmer N, Tavares R, Wands JR, de la Monte SM. Insulin and insulin-like growth factor expression and function deteriorate with progression of Alzheimer’s disease: link to brain reductions in acetylcholine. J Alzheimers Dis. 2005;8(3):247–268.

 

Όλοι γνωρίζουν ότι η συνήθεια πολλών ανθρώπων να καταφεύγουν στη κατανάλωση “πρόχειρου” φαγητού, γνωστό ως junk food, βλάπτει σοβαρά την υγεία. Έχουν γραφτεί πολλά άρθρα γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, έχουν μελετηθεί εκτενώς οι επιπτώσεις τους στο ανθρώπινο σώμα και έχει αναλυθεί επανελειμμένα η χαμηλή τους διατροφική αξία.

Σε εκείνο όμως που στους περισσότερους ανθρώπους δεν έχει δοθεί η απαραίτητη προσοχή ώστε να επιτευχθεί η μείωση της κατανάλωσης junk food, είναι η αναζήτηση του κινήτρου, η λειτουργία του εγκεφάλου και η αιτία της επιλογής τέτοιων τροφών.

Πως λειτουργεί ο εγκέφαλος;

Η ανάπτυξη του εγκεφάλου από το στάδιο της εμβρυϊκής ηλικίας, της εφηβείας, μέχρι και την ενηλικίωση είναι εστίες ενδιαφέροντος για πολλούς επιστήμονες που αναζητούν το πώς ξεκινάει η έλξη σε τέτοιου είδους τρόφιμα.

Σύμφωνα με αρκετές μελέτες, η προσφυγή στο “πρόχειρο” φαγητό μπορεί να οδηγήσει σε βλαβερές, για την ανάπτυξη του εγκεφάλου, επιπτώσεις. Η συχνή κατανάλωση junk food με αυξημένες “κενές” θερμίδες μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία του προμετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής της σηματοδότησης και της αναστολής της ντοπαμίνης (η ντοπαμίνη απελευθερώνεται όταν ενεργοποιείται το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου και ενεργοποιηθείται με φυσικές ανταμοιβές, όπως η κοινωνική αλληλεπίδραση).

Κάποιες μελέτες διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι τείνουν να επιλέγουν τα “άχρηστα” τρόφιμα ( junk food) γιατί είναι εύκολα προσβάσιμα αρχικά, λόγω του χαμηλού τους κόστους, και έπειτα εξαιτίας της εύκολης πρόσβασης σε αυτά. Υπάρχει όμως και κάτι πιο βαθύ, το γεγονός ότι ίσως η επιλογή στο “εύκολο” φαγητό να σχετίζεται με την εμπειρία, την εκμάθηση δηλαδή του οργανισμού στην απόλαυση αυτής της γνώριμης τροφής από μικρή ηλικία.

Οι αποφάσεις σχετικά με την κατανάλωση τροφής και τη θερμιδική αξία συνδέονται με ένα μέρος του εγκεφάλου που ονομάζεται κοιλιακός προμετωπιαίος φλοιός, μια περιοχή που κωδικοποιεί την αξία των ερεθισμάτων και προβλέπει την άμεση δράση. Ο προμετωπιαίος φλοιός είναι η τελική περιοχή του εγκεφάλου που αναπτύσσεται. Είναι το μέρος του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς, είναι ο διευθυντής του εγκεφάλου.

Σε μια νέα μελέτη, οι ερευνητές Cassandra Lowe, J. Bruce Morton και Amy Reichelt επισήμαναν την εφηβεία ως μια περίοδο «διπλής ευαισθησίας». Καθώς οι εγκέφαλοι των εφήβων εξακολουθούν να αναπτύσσουν τις δυνατότητες λήψης αποφάσεων, και το σύστημα της αυτοσυγκράτησης και της ανταμοιβής είναι περιορισμένο, τους καθιστά πιο επιρρεπείς στην κακή κατανάλωση, δηλαδή στην προτίμηση junk food, κάτι που με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές αλλαγές στον εγκέφαλο, τη γνωστική λειτουργία, τη συμπεριφορά ακόμα και την επανάληψη.

Τρώμε με τα μάτια;

Ένας από τους βασικούς ρόλους του εγκεφάλου είναι να λειτουργεί έτσι ώστε ο οργανισμός να βρίσκει εύκολα την τροφή του. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι το στόμα βρίσκεται κοντά στον εγκέφαλο στα περισσότερα είδη ζώων.

Τα ολοένα και αυξανόμενα περιστατικά παχυσαρκίας είναι μόνο ένα από τα σημάδια ότι η ανθρωπότητα δεν έχει εξελιχθεί τόσο, όσον αφορά τη βελτιστοποίηση του τρόπου θρέψης. Πολλές φορές οι ευθύνες πίπτουν στις πόρτες των παγκόσμιων εταιρειών τροφίμων που συχνά προσφέρουν ελκυστικά τρόφιμα, σχεδιασμένα να ενεργοποιούν το σύστημα της ανταμειβής και της ευδαιμονίας του εγκεφάλου.

Η αναζήτηση της τροφής και συγκεκριμένα των θρεπτικών στοιχείων είναι μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες του εγκεφάλου. Στους ανθρώπους, αυτή η δραστηριότητα βασίζεται κυρίως στην όραση, ειδικά όταν πρόκειται για την εύρεση εκείνων των τροφίμων με τα οποία είμαστε εξοικειωμένοι.

Ο εγκέφαλος είναι το όργανο που χρειάζεται την περισσότερη ενέργεια, χρησιμοποιεί περίπου το 25% της ροής του αίματος ή μάλλον το 25% της διαθέσιμης κατανάλωσης ενέργειας. Οι εγκέφαλοί μας έμαθαν να απολαμβάνουν να βλέπουν φαγητό, δεδομένου ότι πιθανότατα αυτή η αίσθηση προηγείται της κατανάλωσης. Η αυτόματη ανταμοιβή που σχετίζεται με την όραση της τροφής σημαίνει πιθανότατα τη διαδικασία να δεκτούμε τα επαρκή θρεπτικά συστατικά για την επιβίωση, και ταυτόχρονα, οι φυσιολογικές αποκρίσεις να προετοιμάσουν το σώμα μας να δεχτεί αυτό το φαγητό. Η τακτική έκθεση σε εικονικά ελκυστικές τροφές στις μέρες μας και η σειρά των νευρικών, φυσιολογικών και συμπεριφορικών αποκρίσεων που συνδέονται με αυτό, μπορεί να διαταράσσει πολύ συχνά τη φυσιολογική μας πείνα. Αυτή η οπτική πείνα είναι πιθανώς και ένα μέρος του λόγου για τον οποίο διάφορα μέσα διατροφής έχουν γίνει όλο και πιο επιτυχημένα σε αυτήν την ψηφιακή εποχή.

Συνοψίζοντας

Η εφηβεία είναι μια σημαντική περίοδος σωματικής, κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης και χαρακτηρίζεται από εμφανείς νευροβιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Οι διαδικασίες ωριμότητας που εμφανίζονται σε περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για το γνωστικό έλεγχο και την αναζήτηση ανταμοιβής μπορεί να ευθύνονται και για την συχνή κατανάλωση εύγευστων «άχρηστων» τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και σάκχαρα. Πρόσφατες μελέτες έχουν επισημάνει τον αρνητικό αντίκτυπο αυτών των τροφίμων στην εγκεφαλική λειτουργία και συγκεκριμένα σε αρκετές γνωστικές περιοχές και σε περιοχές της  επεξεργασίας ανταμοιβής.

Επιστημονικά δεδομένα για την ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου από την νεότερη ηλικία έως την ενηλικίωση δείχνουν επίσης ότι η εξοικείωση και εμπειρία που αποκτάται από τη χρήση των “άχρηστων” τροφών, μετατρέπεται σε έλξη και συνήθεια ως αντίκτυπο της μάθησης και της αναγνωρισιμότητας σε τροφές που μας κάνουν να νιώθουμε οικεία και όμορφα.

Το τελευταίο και ίσως πιο κρίσιμο μέρος της λειτουργίας της θρέψης είναι η βιολογία της αναζήτησης τροφής. Μία από τις πρωταρχικές λειτουργίες ή προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο εγκέφαλος είναι να βρει θρεπτικά τρόφιμα και να αποφύγει ουσίες που μπορεί να είναι δηλητηριώδεις ή επιβλαβείς. Ενώ οι αισθήσεις της γεύσης, της μυρωδιάς και της υφής παρέχουν τους απόλυτους διαιτητές της γευστικότητας ενός τροφίμου, η αίσθηση της όρασης είναι εκείνη που παρέχει ένα πολύ πιο αποτελεσματικό μέσο επιλογής της τροφής. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη δείχνει πόσο ισχυρό είναι το θέαμα της ελκυστικής τροφής για τον εγκέφαλο, ειδικά για τον εγκέφαλο ενός πεινασμένου ατόμου.

References

Abbar, S., Mejova, Y., & Weber, I. (2015). You Tweet what you eat: Studying food consumption through Twitter. Paper presented at CHI 2015, April 18–23, Seoul, Republic of Korea. Available from arXiv:1412.4361 on 10.05.15.

P. Adema Vicarious consumption: Food, television, and the ambiguity of modernity
Journal of American Culture, 23 (2000), pp. 113-123

L. Aiello, P. Wheeler The expensive-tissue hypothesis: The brain and the digestive system in human and primate evolution
Current Anthropology, 36 (1995), pp. 199-221

Alexander, H. (2014). French chefs hit back at ’food porn’ photos in their restaurants. The Telegraph, 16th February. Downloaded from <http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/europe/france/10641913/French-chefs-hit-back-at-food-porn-photos-in-their-restaurants.html> on 18.04.15.

J.S. Allen The omnivorous mind: Our evolving relationship with food
Harvard University Press, London, UK (2012)

J.M. Allman Evolving brains
Scientific American Publishing, New York, NY (2000)

Di Angelantonio E Bhupathiraju SN Wormser D et al. Body-mass index and all-cause mortality: individual-participant-data meta-analysis of 239 prospective studies in four continents. Lancet. 2016; 388: 776-786

Profenno LA Porsteinsson AP Faraone VS Meta-analysis of Alzheimer’s disease risk with obesity, diabetes, and related disorders. Biol Psychiatry. 2010; 67: 505-512

Malik VS Pan A Willett WC Hu FB Sugar-sweetened beverages and weight gain in children and adults: a systematic review and meta-analysis. Am J Clin Nutr. 2013; 98: 1084-1102

Sawyer SM Azzopardi PS Wickremarathne D Patton GC The age of adolescence. Lancet Child Adolesc Health. 2018; 2: 223-228

Steinberg L Cognitive and affective development in adolescence. Trends Cogn Sci. 2005; 9: 69-74

Crone EA  Dahl RE Understanding adolescence as a period of social–affective engagement and goal flexibility. Nat Rev Neurosci. 2012; 13: 636-650

Paus T Zijdenbos A Worsley K et al. Structural maturation of neural pathways in children and adolescents: in vivo study. Science. 1999; 283: 1908-1911

Reichelt AC Adolescent maturational transitions in the prefrontal cortex and dopamine signaling as a risk factor for the development of obesity and high fat/high sugar diet-induced cognitive deficits. Front Behav Neurosci. 2016; 10: 189

H δίαιτα yo-yo, επίσης γνωστή και ως Weight cycling, είναι ένας όρος που επινοήθηκε από την Kelly D. Brownell στο Πανεπιστήμιο Yale, σε σχέση με την κυκλική απώλεια και αύξηση βάρους, που μοιάζει με τη κίνηση ενός yo-yo.

Κατά τη διάρκεια αυτης της δίαιτας, η απώλεια βάρους είναι αρχικά επιτυχής αλλά στη συνέχεια δεν διατηρείται μακροπρόθεσμα με αποτέλεσμα ο άτομο να επανέρχεται στα αρχικά του κιλά ίσως και σε περισσότερα.

Ο επιπολασμός της παχυσαρκίας στις ΗΠΑ, όσο και παγκοσμίως έχει φτάσει σε αριθμούς επιδημίας, με περίπου το 70% του πληθυσμού να είναι υπέρβαρο, και μεταξύ αυτών το 40% να είναι παχύσαρκο.

Η πιο αποτελεσματική και συνηθισμένη αντιμετώπιση στην πρόληψη ή στον έλεγχο της παχυσαρκίας είναι η τροποποίηση των καθημερινών συνηθειών, όπως η μείωση της πρόσληψης θερμίδων και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας.

Η δυσκολία των ανθρώπων να συμμορφωθούν με αυτή τη σύσταση οδηγεί συχνά σε δια βίου κύκλους περιορισμού ενέργειας που σχετίζονται με επαναλαμβανόμενη απώλεια και επαναφορά του σωματικού βάρους και αλλαγές στον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Αυτοί οι περιοδικοί κύκλοι βάρους πάνω κάτω αναφέρονται ως δίαιτες yo-yo.

Τι λένε οι έρευνες ;

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αμφιλεγόμενες αναφορές σχετικά με τις βλαβερές επιπτώσεις τέτοιων κύκλων διατροφής, μερικές από τις οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κυκλική απώλεια βάρους συνδέεται με μια καθαρή αύξηση του σωματικού λίπους και του αυξημένου καρδιαγγειακού και μεταβολικού κινδύνου, ενώ άλλες αναφορές δεν βρήκαν δυσμενή επιπτώσεις στο μεταβολισμό των ανθρώπων.

Η γενετική ετερογένεια διαδραματίζει έναν επιπλέον και βασικό ρόλο κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων του Weight cycling στους ανθρώπους. Ενώ οι περισσότερες μελέτες έχουν επικεντρωθεί σε βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα μετά από λίγες εβδομάδες / μήνες, πολύ λίγα είναι γνωστά για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στη χρήση αυτού του πειραματικού μοντέλου δίαιτας κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής.

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2007 στο Circulation, διαπίστωσε ότι, μεταξύ περισσότερων από 2.500 ανδρών και γυναικών, εκείνοι που διατηρούσαν σταθερό βάρος είχαν καλύτερους δείκτες καρδιακής υγείας από εκείνους που αύξησαν το βάρος τους καθώς οι ερευνητές τους παρακολούθησαν για 15 χρόνια. Αυτό ισχύει ακόμη και για παχύσαρκα άτομα με σταθερό βάρος.

Συνολικά 19 μελέτες εξέτασαν τις επιδράσεις του κύκλου βάρους στους μεταβολικούς παράγοντες ως κινδύνου για παχυσαρκία. Σε περισσότερες από τις μισές μελέτες (58 τοις εκατό) βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ του κύκλου βάρους με το αυξημένο βάρος και το σωματικό λίπος, ειδικά με το λίπος της κοιλιάς, αυξάνοντας στη συνέχεια και τον κίνδυνο για παχυσαρκίας.

Από τις μελέτες που εξέτασαν τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, η πλειονότητα (76 τοις εκατό) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κυκλική απώλεια βάρους δεν αύξησε τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ούτε τον κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 ώς άμεση απόκριση στη δίαιτα αλλά ως μετέπειτα αιτία της παχυσαρκίας.

Αιτίες

Αρχικά, το άτομο που ξεκινά τη δίαιτα μπορεί να αισθανθεί χαρά στη σκέψη της απώλειας βάρους και τα νιώσει υπερήφανο για την ικανότητά του να απέχει από διάφορα τρόφιμα υψηλής θερμιδικής αξίας.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, τέτοιες ακραίες δίαιτες προκαλούν επιπτώσεις όπως η κατάθλιψη ή η κόπωση που καθιστούν τη διατροφή αδύνατη να διατηρηθεί. Τελικά, το άτομο επιστρέφει στις παλιές διατροφικές του συνήθειες, με πρόσθετο το μεγάλο συναισθηματικό φορτίο της αποτυχίας. Μια τέτοια συναισθηματική κατάσταση οδηγεί πολλούς ανθρώπους να τρώνε περισσότερο από ό, τι πριν.

Η δίαιτα Yo-yo οδηγεί μόνο σε βραχυπρόθεσμα μόνο οφέλη.

 Η δίαιτα Yo-yo είναι συχνά το αποτέλεσμα ενός μη βιώσιμου σχεδίου απώλειας βάρους. Το κλειδί για τη διαρκή αλλαγή βάρους είναι η προσέγγιση της δίαιτας ως μια σταδιακή διαδικασία. Οι στόχοι απώλειας βάρους θα πρέπει να είναι μακροπρόθεσμοι, όχι για τους επόμενους 3 μήνες.

Είναι στην ανθρώπινη φύση να επανέρχεται σε συνθήκες γνωστές για εκείνο, δηλαδή είναι εκτός βιολογίας μας να προσπαθήσουμε να χάσουμε σε 2 μήνες το βάρος που έχει αποκτήσει σε δύο χρόνια. Το σώμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις γρήγορες αλλαγές.

Η δίαιτα Yo-yo μπορεί να αυξήσει το ποσοστό σωματικού λίπους σε βάρος της μυϊκής μάζας και δύναμης και μπορεί να οδηγήσει σε λιπώδες ήπαρ, υψηλή αρτηριακή πίεση, διαβήτη τύπου 2 και καρδιακές παθήσεις ως αντίκτυπο της πρόκλησης παχυσαρκίας.

Οι μικρές και μόνιμες αλλαγές στον τρόπο ζωής σίγουρα θα βελτιώσουν τη ζωή ακόμα και αν η απώλεια βάρους είναι αργή και σταθερή.

References

Mackie GM, et al. Does weight cycling promote obesity and metabolic risk factors? Obesity Research & Clinical Practice. 2017;11:131.

Mehta T, Smith DL Jr, Muhammad J, Casazza K. Impact of weight cycling on risk of morbidity and mortality. Obes Rev. 2014;15(11):870–881.

Smith DL Jr, Yang Y, Nagy TR, et al. Weight cycling increases longevity compared with sustained obesity in mice. Obesity (Silver Spring) 2018. doi:10.1002/oby.22290

Mitchell SJ, Bernier M, Mattison JA, et al. Daily Fasting Improves Health and Survival in Male Mice Independent of Diet Composition and Calories. Cell Metab. 2018; 10.1016/j.cmet.2018.08.011.

Mattson MP, Allison DB, Fontana L, et al. Meal frequency and timing in health and disease. Proc Natl Acad Sci 2014;111(47):16647–16653.

Longo VD, Panda S. Fasting, Circadian Rhythms, and Time-Restricted Feeding in Healthy Lifespan. Cell Metab. 2016;23(6):1048–1059.

Sutton EF, Beyl R, Early KS, Cefalu WT, Ravussin E, Peterson CM. Early Time-Restricted Feeding Improves Insulin Sensitivity, Blood Pressure, and Oxidative Stress Even without Weight Loss in Men with Prediabetes. Cell Metab. 2018. June 5;27(6):1212–1221

Anton SD, Moehl K, Donahoo WT, et al. Flipping the Metabolic Switch: Understanding and Applying the Health Benefits of Fasting. Obesity 2018;26(2):254–268.

Amigo, I.; Fernandez, C. (2007). “Effects of diets and their role in weight control”. Psychology, Health & Medicine. 12 (3): 312–327. doi:10.1080/13548500600621545PMID 17510902.

Jump up to:a b Summermatter, Serge; C. Handschin (November 2012). “PGC-1α and exercise in the control of body weight”International Journal of Obesity. 36 (11): 1428–1435. doi:10.1038/ijo.2012.12PMID 22290535.

Foxcroft, Louise (2011). “Introduction”Calories and Corsets: A History of Dieting Over 2,000 Years. London: Profile Books. Introduction page 1. ISBN 9781847654588OCLC 755072748.

Brownell, Kelly D.; Greenwood, M.R.C.; Stellar, Eliot; Shrager, E. Eileen (October 1986). “The effects of repeated cycles of weight loss and regain in rats”. Physiology & Behavior. 38 (4): 459–64. doi:10.1016/0031-9384(86)90411-7PMID 3823159.

Jump up to:a b Atkinson, R. L.; Dietz, W. H.; Foreyt, J. P.; Goodwin, N. J.; Hill, J. O.; Hirsch, J.; Yanovski, S. Z. (October 19, 1994). “Weight cycling. National task force on the prevention and treatment of obesity”. Journal of the American Medical Association. 272 (15): 1196–1202. doi:10.1001/jama.1994.03520150064038PMID 7741844.

Mehta, T.; Smith, D. L. Jr; Muhammad, J.; Casazza, K. (November 2014). “Impact of weight cycling on risk of morbidity and mortality”Obesity Reviews. 15 (11): 870–881. doi:10.1111/obr.12222PMC 4205264PMID 25263568.

 

 

Αποτελεί γεγονός ότι είναι ένα από τα παιχνίδια με τις καλύτερες πωλήσεις στον κόσμο, η Barbie και οι κατασκευαστές της εταιρίας Mattel αντιμετώπισαν τακτική κριτική για την προώθηση ενός σχήματος σώματος και ενός τρόπου ζωής που δεν είναι εφικτό για τα περισσότερα νεαρά κορίτσια.

Οι διαφορές μεταξύ ενός ρεαλιστικού μεγέθους σώματος, έναντι ενός σχήματος που επιτυγχάνει η γνωστή κούκλα κρύβουν κινδύνους για ένα μέλλον διαταραγμένης διατροφής.

Έρευνες διαπίστωσαν ότι τα κορίτσια ηλικίας μεταξύ έξι και οκτώ ετών που έπαιζαν με κούκλες Barbie για μόλις τρία λεπτά έγιναν λιγότερο ικανοποιημένα με το δικό τους μέγεθος σώματος.

Το 42% των κοριτσιών στην πρώτη έως την τρίτη τάξη επιθυμούν να είναι πιο αδύνατα. Και, τα μισά κορίτσια ηλικίας 9 ή 10 ετών ισχυρίζονται ότι αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους όταν κάνουν δίαιτα.

Στο γυμνάσιο, 1 στους 10 μαθητές έχει μια διατροφική διαταραχή ή ένα μη φυσιολογικό τρόπο κατανάλωσης πάρα πολύ ή πολύ λίγου φαγητού, με δυνητικά καταστροφικό αντίκτυπο στη σωματική και συναισθηματική υγεία τους. Το 90% των διατροφικών διαταραχών είναι γυναίκες ηλικίας 12 έως 25 ετών.

To φαινόμενο Barbie

Οι ανησυχίες που βιώνουν  οι περισσότεροι άνθρωποι με διατροφικές διαταραχές είναι προϊόν μιας κοινωνίας και μιας κουλτούρας των μέσων μαζικής ενημέρωσης και δικτύωσης που απονέμει μια ιδανική εικόνα για τις γυναίκες πάνω από οτιδήποτε άλλο, και υποτιμά κάθε γυναίκα που απομακρύνεται έξω από το ψεύτικο «πρότυπο» ενός ιδεατού και συνάμα ιδεαλιστικού σωματότυπου όπως της Μπάρμπι.

Ξεκινώντας με την πρώτη τους κούκλα παιχνιδιών, τα κορίτσια εκτίθενται σε εξαιρετικά μη ρεαλιστικές εικόνες γυναικείων σωμάτων και διδάσκονται να μοντελοποιούν αυτές τις εικόνες στη ζωή τους. Η πανταχού παρούσα κούκλα Barbie έχει ύψος 168εκ και ζυγίζει 50 κιλά – περίπου 15 κιλά κάτω από ένα υγιές βάρος για μια γυναίκα αυτού του ύψους.

Σύμφωνα με αυτές τις αναλογίες, μια γυναίκα δεν θα είχε καθόλου το απαραίτητο σωματικό λίπος για να έχει εμμηνόρροια και ο δείκτης μάζας σώματος πλησίαζει τη κατάσταση «λιποβαρή» με τιμή κοντά στο 18.

Ο αντίκτυπος αυτών των κουκλών στην αυτο-εικόνα και τις διατροφικές συνήθειες των κοριτσιών είναι πολύ πραγματικός και πολύ μετρήσιμος.

Σε σχετική έρευνα, όταν τα κορίτσια ηλικίας 6 έως 10 ετών είχαν ανατεθεί να παίξουν με μια πολύ λεπτή κούκλα ή μια κούκλα μέσου μεγέθους, τα παιδιά που είχαν παίξει με τη λεπτή κούκλα έτρωγαν σημαντικά λιγότερα τρόφιμα.

Αντιμετωπίζοντας τη Barbie

Η νευρική ανορεξία είναι από τις μεγαλύτερες θανατηφόρες κατάστασεις ψυχικής υγείας. Το 5% έως το 20% των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με ανορεξία τελικά θα πεθάνουν από τις καταστροφικές επιπτώσεις στο σώμα και το μυαλό: καρδιακές επιπλοκές, ανεπάρκεια οργάνων, ακόμη και αυτοκτονία.

Ενώ η υποτροπή είναι συχνή και η πλήρης ανάρρωση μπορεί να διαρκέσει χρόνια, είναι δυνατόν να ξεπεραστεί η ανορεξία. Με τη σωστή θεραπεία, τα άτομα που πάσχουν από διατροφικές διαταραχές μπορούν να επιτύχουν ένα υγιές βάρος και να μάθουν εκ νέου καλές διατροφικές συνήθειες.

Η συνειδητοποίηση των επιρροών που έχουν οι παραμορφωμένες, μη ρεαλιστικές εικόνες από τα μέσα επικοινωνίας και δικτύωσης όπως και το μάρκετινγκ στην αυτοεκτίμηση, μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη των διατροφικών διαταραχών πριν ακόμη ξεκινήσουν.

References

Barbie’s new look: Exploring cognitive body representation among female children and adolescents. Nesbitt A, Sabiston CM, deJonge M, Solomon-Krakus S, Welsh TN.PLoS One. 2019 Jun 25;14(6):e0218315. doi: 10.1371/journal.pone.0218315.

Emaciated mannequins: a study of mannequin body size in high street fashion stores. Robinson E, Aveyard P.J Eat Disord. 2017 May 2;5:13. doi: 10.1186/s40337-017-0142-6. eCollection 2017.

The Effects of Playing with Thin Dolls on Body Image and Food Intake in Young Girls. Anschutz DJ, Engels RC.Sex Roles. 2010 Nov;63(9-10):621-630. doi: 10.1007/s11199-010-9871-6. Epub 2010 Aug 22.

Barbie at 50: maligned but benign? Worobey J.Eat Weight Disord. 2009 Dec;14(4):e219-24. doi: 10.1007/BF03325120.

    Η τυπική άποψη των καταναλωτών είναι ότι τα συμπληρώματα είναι ασφαλή σε οποιαδήποτε δόση. Ωστόσο, αυτά τα άτομα είτε αγνοούν είτε δεν λαμβάνουν υπόψη τη βασική προϋπόθεση της τοξικολογίας, όπου η δόση κάνει το δηλητήριο. Έτσι, όπως έχει σημειωθεί από τους επιστήμονες της υγείας και της διατροφής, η ποικιλία, η μετριοπάθεια και η ισορροπία αποτελούν τους πυλώνες της πρόσληψης θρεπτικών ουσιών. 

    Οι σύντομες ανασκοπήσεις της διαθέσιμης βιβλιογραφίας δείχνουν ότι, σε πολύ υψηλές δόσεις, οι βιταμίνες και τα ανόργανα συστατικά μπορεί να είναι το ίδιο τοξικές με άλλες ενώσεις που υπάρχουν στα τρόφιμα και στο περιβάλλον. 

    Μία μετα-ανάλυση 67 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών έδειξε ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης Ε, βιταμίνης Α και β-καροτίνης μπορεί να συσχετιστούν με αυξημένη επίπτωση θνησιμότητας (Bjelakovic et al., 2008) η δοκιμή πρόληψης του καρκίνου του Alpha-Tocopherol, Beta-Carotene (ATBC) (ομάδα μελέτης πρόληψης του καρκίνου του ATBC, 1994) διαπίστωσε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης (18%) καρκίνου του πνεύμονα και θνητότητας όλων των αιτιών (8%) μεταξύ των ανδρών που έλαβαν β-καροτένιο από εκείνους που δεν το έλαβαν.

    Το 2008, μια μεγάλη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή (SELECT) διακόπηκε μετά την αναφορά ότι η βιταμίνη Ε και το σελήνιο είχαν ως αποτέλεσμα αύξηση της συχνότητας εμφάνισης καρκίνου του προστάτη (Lippman et al., 2009). Μία μελέτη ιατρών (Gaziano et al., 2009) έδειξε ότι η βιταμίνη C δεν έδειξε οφέλη για την υγεία και (Combs, 2008) ανέφερε ότι η αυξημένη πρόσληψη βιταμίνης C είχε δυσμενείς επιπτώσεις, π.χ πέτρες στα νεφρά και διαταραχές που σχετίζονται με το σίδηρο.

    Σε αντίθεση με τις μελέτες που υποδεικνύουν πιθανές δυσμενείς επιδράσεις (Brent and Oakley, 2006), η έκθεση του Ινστιτούτου Ιατρικής (IOM, 1998) έδειξε ότι η χρήση φολικού οξέος μπορεί να μειώσει τη συχνότητα εμφάνισης δυσπλασιών, δηλαδή ελαττωμάτων νευρικού σωλήνα και σπονδυλικής στήλης. Επιπλέον, μια άλλη αναφορά (Brannon et al., 2008) έδειξε ότι η βιταμίνη D και το ασβέστιο μπορούν να αυξήσουν την αντοχή των οστών και να μειώσουν την εμφάνιση καταγμάτων. Ο εκφυλισμός της ωχράς κηλίδας μειώνεται στους ηλικιωμένους, οι οποίοι συμπληρώθηκαν με συμπληρώματα βιταμίνης C, Ε, βήτα-καροτίνης, χαλκού και ψευδαργύρου (Huang et al., 2006). 

    References 

    1. Toxicology of Micronutrients: Adverse Effects and Uncertainty A. G. Renwick The Journal of Nutrition, Volume 136, Issue 2, February 2006, Pages 493S-501S, https://doi.org/10.1093/jn/136.2.493S Published: 01 February 2006 Committee on Toxicity of Chemicals in Food, Consumer Products, and the Environment Annual report. London: Department of Health; 1997.
    2. Food and Nutrition Board, Institute of Medicine Dietary reference intakes for calcium, phosphorus, magnesium, vitamin D, and fluoride. Washington, DC: National Academies Press; 1997. Available from: https://www.nap.edu/books/0309063507/html.
    3. Food and Nutrition Board, Institute of Medicine Dietary reference intakes for vitamin A, vitamin K, arsenic, boron, chromium, copper, iodine, iron, manganese, molybdenum, nickel, silicon, vanadium, and zinc. Washington, DC: National Academies Press; 2001. Available from: https://www.nap.edu/books/0309072794/html/

    H ασφάλεια των τροφίμων αποτελεί ένα από τα πλέον σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία. Οσο βελτιώνεται η ποιότητα ζωής των ανθρώπων, τόσο αυξάνεται και η απαίτηση για ασφαλή και ποιοτικά τρόφιμα. Στη συνέχεια θα επικεντρωθούμε στην τοξική, καρκινογόνο ή/και τερατογόνο δράση που ενδέχεται να έχουν ορισμένες ουσίες, που είτε προστίθενται στα τρόφιμα κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας τους, είτε ανιχνεύονται σε αυτά λόγω επιμολύνσεων.

    Βαρέα μέταλλα

    Η είσοδος των βαρέων μετάλλων σε αγροτικά οικοσυστήματα θεωρείται εξέχουσας σημασίας, καθώς μέσω αυτής της οδού μπορούν και μεταφέρονται σε όλο το εύρος της τροφικής αλυσίδας. Τα βαρέα μέταλλα αποτελούν σοβαρή απειλή για την υγεία του ανθρώπου εξαιτίας δυο κύριων χαρακτηριστικών:

    α) δεν συμμετέχουν στη γνωστή μεταβολική λειτουργία, αλλά όταν είναι παρόντα στον οργανισμό διαταράσσουν τις φυσιολογικές κυτταρικές διεργασίες οδηγώντας έτσι σε τοξικότητα των οργάνων και

    β) δρουν σωρευτικά σε βιολογικούς ιστούς και μπορεί να προκαλέσουν μια πληθώρα συμπτωμάτων όπως δηλητηρίαση, νεφρική ανεπάρκεια και διάφορους τύπους καρκίνου.

    Μεταξύ των βαρέων μετάλλων που έχουν γίνει γνωστά για τη βλαπτική τους δράση είναι και ο υδράργυρος. Διαφορετικές μορφές του υδραργύρου δημιουργούν διαφορετικά μοτίβα τοξικότητας. Οργανικές ενώσεις του υδραργύρου μπορούν να διαπεράσουν τον πλακούντα και να μεταφερθούν από τη μητέρα στο έμβρυο, προκαλώντας σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες ένα εύρος νευρολογικών διαταραχών. Ο μεθυλικός υδράργυρος, που αποτελεί την πλέον τοξική μορφή υδραργύρου, έχει ανιχνευθεί σε υψηλές ποσότητες σε ψάρια και οστρακοειδή. Κύρια αιτία για την επιμόλυνση των τροφών αυτών, αποτελεί η απόρριψη στη θάλασσα βιομηχανικών αποβλήτων με υψηλές συγκεντρώσεις ενώσεων του υδραργύρου (Singh et al., 2015).

    Ένα ακόμα μέταλλο το οποίο έχει ανιχνευθεί σε τρόφιμα είναι το κάδμιο. Αυξημένες ποσότητες καδμίου έχουν καταγραφεί στα εντόσθια θηλαστικών, σε οστρακοειδή αλλά και σε λαχανικά. Πηγές καδμίου αποτελούν μεταξύ άλλων τα φωσφορικά λιπάσματα, η λυματολάσπη και τα βιομηχανικά απόβλητα. Το κάδμιο απορροφάται σχετικά δύσκολα από τον ανθρώπινο οργανισμό, αλλά από τη στιγμή που απορροφηθεί δεν μπορεί να αποβληθεί εύκολα. Το κάδμιο μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη και τη συμπεριφορά. Επίσης, έχει βρεθεί πως είναι τοξικό για τα αισθητήρια γάγγλια και μπορεί να επάγει τη δημιουργία καρκινικών όγκων στους πνεύμονες (Khan et al., 2017).

    Τοξίνες

    Μια ακόμα κατηγορία ενώσεων που ανιχνεύονται σε τροφές και αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία είναι οι τοξίνες. Οι αφλατοξίνες αποτελούν υψηλά τοξικούς δευτερογενείς μεταβολίτες που παράγονται από μύκητες όπως οι Aspergillusflavus, A. parasiticus και A. nomius. Οι μύκητες αυτοί μπορούν να επιμολύνουν δημητριακά όπως σιτάρι, καλαμπόκι και ξηρούς καρπούς όπως καρύδια, φυστίκια και φουντούκια. Οι αφλατοξίνες προσβάλουν κυρίως το ήπαρ. Μπορούν επίσης να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της ανοσοποίησης σε παιδιά καθιστώντας τα έτσι πιο ευαίσθητα σε μολύνσεις. Κατέχουν παράλληλα και ηπατοκαρκινογενετική δράση (Kumar et al., 2017).

    Ανάμεσα στις τοξίνες που έχουν μελετηθεί ιδιαίτερα για τις βλαπτικές τους ιδιότητες είναι και η ωχρατοξίνη Α. Παράγεται από αρκετά διαφορετικά στελέχη μυκήτων, μεταξύ άλλων από τους Aspergillusochraceus, A. carbonarius, A. niger και Penicilliumverrucosum. Η ωχρατοξίνη Α μπορεί να επιμολύνει μια πλειάδα προϊόντων, όπως δημητριακά, αποξηραμένα φρούτα, κρασί και καφέ και η επιμόλυνση αυτή οφείλεται συνηθέστερα στις κακές συνθήκες συντήρησης των τροφίμων αυτών ή/και σε μη βέλτιστες γεωργικές πρακτικές κατά την αποξήρανση των φρούτων. Η τοξίνη αυτή έχει τοξική και καρκινογόνο δράση και στοχεύει κυρίως τους νεφρούς προκαλώντας δυνητικά νεφροπάθειες αλλά και καρκινικούς όγκους (Bui-Klimke and Wu, 2015).

    Χρωστικές

    Οι συνθετικές χρωστικές τροφίμων χρησιμοποιούνται εδώ και ένα αιώνα στη βιομηχανία τροφίμων. Οι χρωστικές προστίθενται στα τρόφιμα ώστε να καταστήσουν επιθυμητά στους καταναλωτές μη ελκυστικά μίγματα βασικών συστατικών και πρόσθετων τροφίμων. Προστίθενται επίσης, ώστε να αναπληρώσουν την έλλειψη λαμπερών χρωματισμένων συστατικών, όπως είναι τα φρούτα. Αποτελούν πολύπλοκες χημικές ενώσεις, που αρχικά είχαν προέλευση τη λιθανθρακόπισσα και μεταγενέστερα το πετρέλαιο, είναι ιδιαίτερα σταθερές και έχουν χαμηλό κόστος. Τα τελευταία χρόνια για πολλές χρωστικές τροφίμων ισχύει απαγόρευση χρήσης καθώς έχει διαπιστωθεί πως προκαλούσαν σημαντικές παρενέργειες. Για παράδειγμα η χρωστική Green 1 έχει βρεθεί πως προκαλεί ηπατικό καρκίνο, η χρωστική Violet 1 έχει καρκινογόνο δράση, η χρωστική Red 2 είναι πιθανό καρκινογόνο, η χρωστική Yellow 4 σε υψηλές συγκεντρώσεις προκαλεί βλάβες στο μυοκάρδιο (Kobylewski and Jacobson, 2012).

    Βελτιωτικά οσμής και γεύσης

    Μια άλλη κατηγορία χημικών ενώσεων που προστίθενται στα τρόφιμα είναι τα βελτιωτικά οσμής και γεύσης. Χρησιμοποιούνται για να ενισχυθεί η γεύση ή/και η οσμή σε ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα τροφίμων. Οι συνθετικές αυτές ενώσεις δεν έχουν ταυτοποιηθεί σε φυσικά προϊόντα και μπορεί να είναι επεξεργασμένες ή και όχι, όπως για παράδειγμα η αιθυλοβανιλλίνη και το 2-μεθυλ πεντονικό οξύ που έχουν γεύση φράουλας. Μελέτες καταδεικνύουν πως ορισμένα συνθετικά βελτιωτικά γεύσης μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα σε καταναλωτές. Για παράδειγμα η χρόνια κατανάλωση υψηλών δόσεων trans-ανηθόλης σχετίζεται με ηπατοτοξικότητα και χαμηλό επιπολασμό ηπατικών όγκων (El-Wahab and Moram, 2013).

    Παρασιτοκτόνα

    Ο όρος παρασιτοκτόνες χημικές ουσίες αποτελεί ένα ευρύ ορισμό και περιλαμβάνει ουσίες με ζιζανιοκτόνο, εντομοκτόνο, μυκητοκτόνο και τρωκτικοκτόνο δράση. Οι ουσίες αυτές λόγω του τρόπου χρήσης τους και της αλόγιστης πολλές φορές εφαρμογής τους, μπορούν να επιμολύνουν το έδαφος, τον αέρα καθώς και τη βλάστηση γενικότερα. Οι τροφές που είναι πιο πιθανόν να επιμολυνθούν από αυτές τις ουσίες είναι τα φρούτα και τα λαχανικά.

    Μάλιστα υπολείμματα παρασιτοκτόνων ουσιών έχουν ανιχνευθεί σε τρόφιμα ακόμα και μετά την αρχική (πλύσιμο, ξεφλούδισμα, κατάψυξη) ή και τη μετέπειτα επεξεργασία τους (συσκευασία) (Lozowicka et al., 2015). Η έκθεση του ανθρώπου σε παρασιτοκτόνες ουσίες έχει συνδεθεί με αρκετές παθογόνες καταστάσεις όπως άσθμα, αλλεργίες, υπερευαισθησία, ορμονικές διαταραχές και καρκίνο (Kim et al., 2017, Valcke et al., 2017).

    Πολύ γνωστό παράδειγμα αποτελεί η ουσία DTT (π, π’-διφαινυλοτριχλωροαιθάνιο), μια ισχυρά τοξική ένωση που χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο. Η έκθεση νέων γυναικών στην ουσία αυτή μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε μεταγενέστερη ηλικία (Cohn et al., 2015, Tang et al., 2014).

    Συντηρητικά τροφίμων

    Αποτελούν μια ευρεία κατηγορία οργανικών ή ανόργανων ενώσεων που προστίθενται στα τρόφιμα κατά την επεξεργασία και αποθήκευσή τους, έτσι ώστε να τα προστατέψουν από αλλοιώσεις λόγω μικροβιακής ανάπτυξης ή από ανεπιθύμητες χημικές μεταβολές. Παρ’ όλη τη χρησιμότητά τους έχουν βρεθεί στο επίκεντρο πολλών μελετών, εξαιτίας των παρενεργειών που μπορεί να προκαλέσει η κατανάλωσή τους μέσω των τροφίμων. Για παράδειγμα, η βουτυλιωμένη υδροξυανισόλη (ΒΗΑ) που κατέχει αντιοξειδωτική δράση βρίσκεται υπό έλεγχο, καθώς έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί καρκινικούς όγκους στο στομάχι επίμυων και επίσης σε υψηλές ποσότητες μπορεί να επάγει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων στον οισοφάγο πιθήκων.

    Επίσης, τα νιτρικά και νιτρώδη άλατα χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία τροφίμων ως συντηρητικά καθώς αποτρέπουν την ανάπτυξη μικροβίων σε κρέατα, ψάρια και ορισμένους τύπους τυριών. Έχει παρατηρηθεί όμως, πως κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας των τροφίμων μπορεί να παραχθούν Ν-νιτροζαμίνες οι οποίες έχουν καρκινογόνο δράση σε ορισμένα ζώα (Gultekin et al., 2015).

    H προστασία της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών πρέπει να αποτελεί βασικό άξονα της πολιτικής για την προστασία της δημόσιας υγείας. Οι πολίτες πρέπει να απολαμβάνουν ασφαλή και θρεπτικά τρόφιμα, τα οποία να προέρχονται από υγιή ζώα και φυτά. Στο πλαίσιο αυτό τα κράτη οφείλουν να διενεργούν ελέγχους για να εξασφαλίζουν ότι όλα τα προϊόντα που εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα πληρούν τα σχετικά πρότυπα. Όλες οι πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία τροφίμων, πρέπει να ελέγχονται συστηματικά και επιστημονικά προκειμένου να διασφαλιστεί πως είναι ασφαλείς για την ανθρώπινη υγεία.

    Παράλληλα, οι έλεγχοι πρέπει να διασφαλίζουν και τις ορθές πρακτικές διαχείρισης, επεξεργασίας και αποθήκευσης των τροφίμων έτσι ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα επιμόλυνσης τους από παθογόνους μικροοργανισμούς. Μόνο μέσω αυτών των πρακτικών μπορεί να περιοριστεί δραστικά η τερατογόνος, τοξική ή καρκινογόνος δράση ορισμένων ουσιών που είτε προστίθενται στα τρόφιμα κατά την επεξεργασία τους, είτε ανιχνεύονται σε αυτά λόγω επιμόλυνσης τους από παθογόνους μικροοργανισμούς ή άλλους χημικούς παράγοντες.

    References 

    1. BUI-KLIMKE, T. R. & WU, F. 2015. Ochratoxin A and human health risk: a review of the evidence. Crit Rev Food Sci Nutr, 55, 1860-9.
    1. COHN, B. A., LA MERRILL, M., KRIGBAUM, N. Y., YEH, G., PARK, J.-S., ZIMMERMANN, L. & CIRILLO, P. M. 2015. DDT Exposure in Utero and Breast Cancer. The Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism, 100, 2865-2872.
    1. EL-WAHAB, H. M. F. A. & MORAM, G. S. E.-D. 2013. Toxic effects of some synthetic food colorants and/or flavor additives on male rats. Toxicology and Industrial Health, 29, 224-232.
    1. GULTEKIN, F., YASAR, S., GURBUZ, N. & CEYHAN, B. 2015. Food Additives of Public Concern for their Carcinogenicity. Journal of Nutritional Health & Food Science, 3, 1-6.
    1. KHAN, M. A., KHAN, S., KHAN, A. & ALAM, M. 2017. Soil contamination with cadmium, consequences and remediation using organic amendments. Science of The Total Environment, 601-602, 1591-1605.
    1. KIM, K.-H., KABIR, E. & JAHAN, S. A. 2017. Exposure to pesticides and the associated human health effects. Science of The Total Environment, 575, 525-535.
    1. KOBYLEWSKI, S. & JACOBSON, M. F. 2012. Toxicology of food dyes. Int J Occup Environ Health, 18, 220-46.
    1. KUMAR, P., MAHATO, D. K., KAMLE, M., MOHANTA, T. K. & KANG, S. G. 2017. Aflatoxins: A Global Concern for Food Safety, Human Health and Their Management. Frontiers in Microbiology, 7.
    1. LOZOWICKA, B., JANKOWSKA, M., HRYNKO, I. & KACZYNSKI, P. 2015. Removal of 16 pesticide residues from strawberries by washing with tap and ozone water, ultrasonic cleaning and boiling. Environmental Monitoring and Assessment, 188, 51.

    Οι χορτοφάγοι δεν τρώνε κρέας. Οι βέγκαν το προχωρούν ακόμα περισσότερο και απέχουν και από τα αυγά, τα γαλακτοκομικά, ακόμα και το μέλι. Πρόκειται για μια ματιά στο θέμα, όχι για μια δικαστική εξέταση.  Υπάρχουν πολλά που πρέπει να σας ανησυχούν γύρω από το κρέας, ιδιαίτερα όσον αφορά την προέλευση. Οι ορμόνες και τα αντιβιοτικά αποτελούν μεγάλη ανησυχία.

    Επιστημονικές αναφορές υποδεικνύουν σύνδεση του κόκκινου κρέατος με τον καρκίνο του προστάτη και την αθηροσκήρωση. Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι οι ζωικές πρωτεΐνες προκαλούν φλεγμονή και κατακράτηση νερού. Μεγάλο μέρος της εκτροφής των ζωντανών γίνεται με καλαμπόκι ακόμη και με σάκχαρα.

    Οι μελέτες αναφέρονται μόνο στα επεξεργασμένα κρέατα, όπως το ζαμπόν, το μπέϊκον, το λουκάνικο και τη γαλοπούλα.

    Υπάρχουν τρία πράγματα που αξίζει να αναφερθούν:

    • Αποφύγετε όλα τα επεξεργασμένα κρέατα, συμπεριλαμβανομένων των κατεψυγμένων παρασκευασμένων γευμάτων και του κρέατος με χημικά πρόσθετα.
    • Αποφύγετε τηγανητά και ψητά κρέατα. Οι καρκινογόνες ουσίες πρέρχονται από ψησίματα υψηλής θερμοκρασίας. Τα αργά μαγειρεμένα κρέατα μπορούν να αποφύγουν αυτόν τον κίνδυνο.
    • Ψάξτε για το καλύτερο κρέας που μπορείτε να βρείτε και να αντέξετε οικονομικά. Ο όρος «βιολογικά» δεν περιγράφει τις συνολικές συνθήκες που συχνά υπάρχουν. Τα ζώα «ελευθέρας βοσκής» είναι η πιο υγιής επιλογή καθώς δεν σταβλίζονται, τρέφονται και κινούνται έξω.

    Τι συμβαίνει με τα γαλακτοκομικά;

    Η κύρια ανησυχία φαίνεται να είναι η βόεια αυξητική ορμόνη (BGH). Όπως και το MSG, είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν παρόμοιες χημικές ενώσεις που θα επιφέρουν παρόμοια αποτελέσματα, αλλά με διάφορα ονόματα υποκατάστατων. Όλο και περισσότερες ετικέτες γάλακτος δηλώνουν πλέον «FREE BGH».

    Πολλοί συνδέουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα με τον καρκίνο, τη μη ανοχή στη λακτόζη και την ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά. Η εύρεση του βιολογικού γάλακτος, η αποφυγή αγελαδινών προϊόντων και η προσφυγή σε κυρίως σε αιγοπρόβεια ή κατσικίσια γαλακτοκομικά, που τα ζώα τρέφονται με χορτάρι, αποτελούν μια καλή επιλογη. 

    Τι συμβαίνει με το βεγκανισμό;

    Συχνά καρδιακά επεισόδια; Ναι πράγματι. Το συγκεκριμένο θέμα αφορά vegans που τρώνε κακής ποιότητας τρόφιμα όπως τα τσιπς πατάτας ή τηγανητές πατάτες και γενικά κακής ποιότητας υδατάνθρακες. Υπάρχουν πολλά φυτικά έλαια που θεωρούνται επικίνδυνα για την υγεία , ειδικά υδρογονωμένα έλαια και τρανς-λιπαρά. Πολλά έλαια χάνουν τη θρεπτική τους αξία όταν θερμαίνονται σε υψηλές θερμοκρασίες. Το έλαιο καρύδας έχει προταθεί από τη βιομηχανία παραγωγής καρύδας ως οφέλιμο για την υγεία όμως είναι εξαιρετικά υψηλό σε κορεσμένα λιπαρά (στο γάλα καρύδας το 63% των θερμίδων του είναι από το λίπος). Γιατί να αποφύγετε τα κορεσμένα λίπη στο κρέας, και στη συνέχεια να το προτιμάτε την καρύδα; 

    Πολλές μελέτες αναφέρουν ότι η κατανάλωση κρέατος προκαλεί φλεγμονή. Ωστόσο, άλλες μελέτες έδειξαν μεγάλη φλεγμονή από τη γλουτένη. Μια νεότερη μελέτη έδειξε ανάπτυξη φλεγμονών σε εκείνους που τρέφονταν με κρέας από ζώα που έχουν ανατραφεί με το καλαμπόκι, και όχι με χορτάρι.

    References

    1. Barnard, Neal D., and Robyn Webb. The get healthy, go vegan cookbook. Philadelphia, Da Capo Life Long, 2010. 226 p.    TX837.B295 2010
    1. Campbell, T. Colin, and Thomas M. Campbell II. The China study: the most comprehensive study of nutrition ever conducted and the startling implications for diet, weight loss and long-term health. Dallas, BenBella Books, 2005. 417 p.    Bibliography: p. 369-404. RA784.C235 2005
    1. Duyff, Roberta Larson. The vegetarian way. In her American Dietetic Association complete food and nutrition guide. 3rd ed., rev. and updated. Hoboken, NJ, John Wiley & Sons, c2006. p. 504-522. Includes bibliographical references.  RA784.D89 2006
    1. Fraser, Gary E. Diet, life expectancy, and chronic disease: studies of Seventh-Day Adventists and other vegetarians. Oxford, New York, Oxford University Press, 2003. 371 p. Bibliography: p. 315-361. RM236.F736 2003
    1. Key, Timothy J., Paul N. Appleby, and Magdalena S. Rosell. Health effects of vegetarian and vegan diets. Proceedings of the Nutrition Society, v. 65, Feb. 2006: 35-41. Bibliography: p. 39-41. TX501.N9, vol. 65, 2006
    1. Mangels, Reed. Weight control the vegan way. Vegetarian journal, v. 25, Jan./Feb. 2006: 6-11. URL: http://www.vrg.org/journal/vj2006issue1/vj2006issue1weight.htm
    1. Moskowitz, Isa Chandra, and Matthew Ruscigno. Appetite for reduction: 125 fast & filling low-fat vegan recipes. Cambridge, MA, Da Capo Lifelong Books, 2011. 2790 p. TX837.M744 2011
    Eίναι σε όλους γνωστό πώς η υγιεινή διατροφή μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές βελτιώσεις στην υγεία και την ευημερία.

    Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ορισμένοι άνθρωποι εστιάζουν τόσο πολύ στην υγιεινή διατροφή που αυτό μπορεί να μετατραπεί σε έντονη προσκόληση, γνωστή ως ορθορεξία. Η ορθορεξία ή η νευρική ορθορεξία είναι μια διατροφική διαταραχή που συνεπάγεται μια εμμονή με θέματα που αφορούν την υγιεινή διατροφή ακόμη και την εντατική άσκηση.

    Σε αντίθεση με άλλες διατροφικές διαταραχές, η ορθορεξία επικεντρώνεται κυρίως στην ποιότητα των τροφίμων και όχι στην ποσότητα. Τα άτομα με ορθορεξία γενικά δεν επικεντρώνονται στην απώλεια βάρους. Η ορθορεξία αρχίζει να αναγνωρίζεται από την ιατρική κοινότητα, αν και δεν έχει οριστεί επισήμως ως διατροφική διαταραχή από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία ή το Διαγνωστικό και Στατιστικό οργανισμό Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5). Ο όρος δημιουργήθηκε για πρώτη φορά το 1997 από τον αμερικανικό γιατρό Steven Bratman και προέρχεται από το “ορθό”, το οποίο είναι ελληνικό για το “σωστό”.

    Τι προκαλεί την ορθορεξία;

    Κάποιος μπορεί να αρχίσει να κάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής, αλλάζοντας τη διατροφή του με σκοπό να βελτιώσει απλά την υγεία του. Κάποιοι όμως οδηγούνται σε ορθορεξία, δηλαδή στην ακραία εστίασή τους σε ότι πιο υγιεινό.

    Οι έρευνες σχετικά με τα αίτια της ορθορεξίας δεν είναι ακόμη αρκετές , αλλά οι ιδεοψυχαναγκαστικές τάσεις τάσεις προς την τελειομανία, το υψηλό άγχος ή η αυξημένη ανάγκη για έλεγχο μπορούν να προδιαθέσουν κάποιον προς την εμμονή του για την υγεία. 

    Συχνά παρατηρείται μεγάλη τάση ορθορεξίας σε ορίσμενα επαγγέλματα, όπως οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, οι τραγουδιστές, οι χορευτές οι μουσικοί, οι αθλητές και όσοι εργάζονται στο χώρο της μόδας . 

    Ο κίνδυνος μπορεί επίσης να εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, αλλά απαιτούνται περισσότερες έρευνες πριν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα.

    Πώς διακρίνεται η ορθορεξία από την υγιεινή διατροφή;

    Αρχικά σε πρώτο στάδιο το άτομο αναπτύσσει μια εμμονή που επικεντρώνεται στην υγιεινή διατροφή και συνεπάγεται υπερβολική συναισθηματική δυσφορία που σχετίζεται με επιλογές τροφίμων. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τα εξής: 

    • Καταναγκαστικές συμπεριφορές ή ψυχικές ανησυχίες με διαιτητικές επιλογές που πιστεύεται ότι προάγουν τη βέλτιστη υγεία.
    • Η μη τήρηση των αυτοεπιβαλλόμενων διαιτητικών κανόνων μπορεί να προκαλέσει άγχος, ντροπή, αρρωστοφοβία ή αρνητικά συναισθήματα όπως θυμού ακόμα και κατάθλιψης.
    • Οι περιορισμοί στη διατροφή μπορούν να κλιμακωθούν με την πάροδο του χρόνου και περιλαμβάνουν την εξάλειψη ολόκληρων ομάδων τροφίμων και την προσθήκη καθαρτικών ουσιών, ισχυρά αποτοξινωτικών ουσιών ακόμα και περιόδους έντονης νηστείας.

    Σε δεύτερη φάση αυτή η ψυχαναγκαστική συμπεριφορά εμποδίζει το άτομο και  στην καθημερινή του ζωή. Έτσι:

    • Διατρέχει κίνδυνο υποσιτισμού, σοβαρής απώλειας βάρους ή άλλες ιατρικές επιπλοκές.
    • Διακατάχεται από έντονη προσωπική δυσφορία ή δύσκολη κοινωνική ή πνευματική λειτουργία λόγω των λανθασμένων πεποιθήσεων ή συμπεριφορών σχετικών με την υγιεινή διατροφή.
    • Εμφανίζει συναισθηματική εξάρτηση. Αυτό συμβαίνει όταν η εικόνα του σώματος, η αυτοπεποίθηση, η ταυτότητα ή η ικανοποίηση εξαρτάται υπερβολικά από την τήρηση των αυτοεπιβαλλόμενων διαιτητικών κανόνων.

    Αν και οι μελέτες σχετικά με την ορθορεξία είναι περιορισμένες, η κατάσταση είναι πιθανό να οδηγήσει σε πολλά προβήματα υγείας μεταξύ άλλων καταστάσεις όπως αναιμία, έλλειψη θρεπτικών συστατικών, χαμηλή άμυνα,  σοβαρές παθήσεις που σχετίζονται και με άλλες διατροφικές διαταραχές, προβλήματα πέψης , ορμονικές ανισορροπίες, καρδιαγγειακά προβλήματα, προβλήματα μνήμης.

    Σημαντικές θεωρούνται και οι αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς τα αυστηρά πρότυπα διατροφής, οι ενοχλητικές σκέψεις που σχετίζονται με την τροφή και τα συναισθήματα της ηθικής που διακατέχουν το άτομο μπορεί να το οδηγήσουν σε έντονη κοινωνική απομόνωση.

    Υπάρχει θεραπεία; 

    Οι συνέπειες της ορθορεξίας μπορεί να είναι εξίσου σοβαρές με αυτές των άλλων διατροφικών διαταραχών. Το πρώτο βήμα για τη θεραπεία της ορθορεξίας είναι η αναγνώριση της παρουσίας της. Αυτό μπορεί να γίνεται με δύσκολία, καθώς τα άτομα που έχουν αυτή τη διαταραχή συχνά αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε από τις αρνητικές της επιπτώσεις στην υγεία, την ευημερία ή την κοινωνική λειτουργία.

    Μόλις αναγνωριστεί το πρόβλημα, θα πρέπει να ζητηθεί βοήθεια από μια πολυεπιστημονική ομάδα επαγγελματιών υγείας, όπως ένας γιατρός, ψυχολόγος και διατροφολόγος. Πολύ σημαντική θεωρείται η εκπαίδευση ενός ατόμου με ορθορεξία σχετικά με τις επιστημονικά έγκυρες πληροφορίες για τη διατροφή και με την ακόλουθη αλλαγή των λανθασμένων πεποιθήσεων.  Οι τακτικές συνεδρίες με τους θεραπευτές θα επιτρέψουν την επανεξέταση και την αλλαγή του τρόπου σκέψης και ζωής . 

    References 

    1. Bratman S. Orthorexia. Available at: www.orthorexia.com/what-is-orthorexia/ Accessed August 1, 2019.
    2. Bratman S, Knight D. Health Food Junkies: Orthorexia Nervosa- Overcoming the Obsession With Healthful Eating. New York, NY: Broadway; 2000. 
    3. Vandereycken W. Media hype, diagnostic fad, or genuine disorder? Professionals’ opinions about night eating syndrome, orthorexia, muscle dysmorphia, and emetophobia. Eat Disord. 2011;19(2):145-155. 
    4. Aksoydan E, Camci N. Prevalence of orthorexia nervosa among Turkish performance artists. Eat Weight Disord. 2009;14(1):33-37. 
    5. Donini LM, Marsili D, Graziani MP, et al. Orthorexia nervosa: a preliminary study with a proposal for diagnosis and an attempt to measure the dimension of the phenomenon. Eat Weight Disord. 2004;9(2):151-157. 
    6.  Moroze RM, Dunn TM, Craig Holland J, et al. Microthinking about micronutrients: a case of transition from obsessions about healthy eating to near-fatal “orthorexia nervosa” and proposed diagnostic criteria. Psychosomatics. 2014 Mar 19; Epub. 
    7.  Park SW, Kim JY, Go GJ, et al. Orthorexia nervosa with hyponatremia, subcutaneous emphysema, pneumomediastimum, pneumothorax, and pancytopenia. Electrolyte Blood Press. 2011;9(1):32-37. [PMC free article] 
    8. Mathieu J. What is orthorexia? J Am Diet Assoc. 2005;105(10):1510-1512. [PubMed] [Google Scholar]9. Altman SE, Shankman SA. What is the association between obsessive-compulsive disorder and eating disorders? Clin Psychol Rev. 2009;29(7):638-646.